Στολές για κοινωνικές υποχρεώσεις


Αγαπητοί αναγνώστες, σήμερα θα μιλήσουμε για στολές. Οχι τις στολές Πολεμικού Ναυτικού, Καταδρομέων, Πυροσβέστη ή Κοσμοναύτη, παρότι όλο το ανδρικό ντύσιμο και ιδίως το κοστούμι προέρχεται από τη στολή του στρατιώτη-αξιωματικού των νεοτέρων χρόνων. Θα μιλήσουμε για τις στολές-φορεσιές που απαιτούνται σε εξαιρετικές περιστάσεις του βίου, όταν ο κακώς εννοούμενος αναρχοατομικισμός στο ντύσιμο και το χύδην γούστο όχι μόνο δεν μπορούν να μας καλύψουν αλλά είναι βέβαιο ότι θα μας καταστρέψουν.

Τυχαίνει, ας πούμε, γάμος, κηδεία, επίσημο δείπνο, συνέντευξη για σημαντική εργασία. Τι φοράμε; Ο,τι μας κατέβει; Ή ό,τι αρμόζει στην περίσταση και στο κοινωνικό πρωτόκολλο, έστω σε αυτό το κουρελιασμένο πρωτόκολλο που ισχύει στη χώρα μας; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε λίγο και τους άλλους, όταν ντυνόμαστε; Οχι για να τους αρέσουμε, αλλά για να τους σεβαστούμε.

Η κηδεία λόγου χάριν απαιτεί σεβασμό των οικείων και απόδοση τιμής στον νεκρό. Η απόδοση τιμών στους νεκρούς σημαδεύει την έναρξη του πολιτισμού, σύμφωνα με τους εθνολόγους. Στη δική μας παράδοση, κηδεία=μαύρο. Μαύρο κοστούμι, μαύρο ή λευκό πουκάμισο, μαύρη γραβάτα ― αν είσθε στενός συγγενής. Αν όχι, αρκεί η μαύρη γραβάτα, με σκούρα ρούχα εννοείται. Μαύρα γυαλιά. Η κορδέλα γκρο στο μανίκι τείνει να καταργηθεί. Δεν πειραματιζόμαστε. Ποτέ.

Στον γάμο, ακόμη κι αν δεν είσθε γαμπρός ή κουμπάρος, το σοβαρό κομψό κοστούμι επιβάλλεται ― «βραδινό» αν είναι βράδυ και χειμώνας, «πρωινό», ελαφρότερο, για τις υπόλοιπες χρονικές/καιρικές περιστάσεις. Βραδινό κατά κανόνα σημαίνει bleu nuit. Αν είναι σταυρωτό, καλύτερα. Κατά παρέκκλιση και βραδινό γκρι σκούρο, εφόσον είναι από στιλπνό μοχαίρ ή μαλλί-μετάξι. Το καλοκαίρι, ένα λινό λευκό ή εκρού ή κιτρινομπέζ με μπλε σκούρα γραβάτα είναι σιγουράκι. Δεν αποκλείεται το μπλέιζερ. Μη διανοηθείτε morning coat με ουρά και λοιπά αγγλοσαξονικά· ανήκουν σε άλλη παράδοση. Κάποιοι δύσμοιροι γαμπροί φορούν κάτι σκυλοπόπ εκδοχές τους. Απλώς, don’t.

Στα βαφτίσια, χαλαρώστε. Τελούνται συνήθως πρωινά ή νωρίς απόγευμα, και κυρίως άνοιξη-καλοκαίρι. Αρα προνοήστε για τις υψηλές θερμοκρασίες, εντός και εκτός εκκλησίας, ή στις εξοχικές κραιπαλοταβέρνες κατόπιν. Επιβάλλονται ζωηρά χρώματα γραβάτας και ποσέτ, να βλέπει το μωρό να χαίρεται.

Επίσημο δείπνο. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν επιβάλλεται σμόκιν, ακόμη και σε δεξιώσεις στο Προεδρικό Μέγαρο. Αρκεσθείτε στο γνωστό bleu nuit, με λευκό πουκάμισο και διακριτική γραβάτα. Μη διανοηθείτε τίποτε γκρι γραφείου ή χοντροκαρουδάρες ή μπλέιζερ.

Γεύμα εργασίας: εδώ έρχεται και δένει το γκρι εργασίας. Από ανοιχτών τόνων έως ανθρακί. Τον χειμώνα, εννοείται φανέλα. Μονόχρωμη, pinstripe και βεβαίως Prince de Galle. Βεβαίως και τα αντίστοιχα worsted. Το μπλέιζερ ή ένα προσεγμένο σύνολο τουίντ δεν αποκλείονται ― ΔΕΝ είναι country, στην Ελλάδα βρισκόμαστε, όχι στο Σίτυ. Παρόμοια ισχύουν και για τη συνέντευξη προς εύρεση εργασίας. Μια παραίνεση εντέλει γι’ αυτό το περίφημο interview: Be yourself!

Και στο άλλο ιστορικό interview, την πρόταση γάμου; Τι φοράς όταν πάς να ζητήσεις την εκλεκτή σου από τους γονείς της; Be yourself, καταρχάς. Κι ύστερα, πρόβλεψε τις αισθητικές αντοχές των πεθερικών: αντέχουν σκουλαρίκια, τατουάζ, κοντοβράκια; Συμβουλέψου την fiancée. Προσαρμόσου.

Ξεχάσαμε καμιά άλλη τελετή; Θα επανέλθουμε με άλλες στολές.

Κύματα εσπρέσο

H πρώτη εμπειρία μου με πραγματικό εσπρέσο σε πραγματικό καφενείο ήταν πριν από καμια τριανταριά χρόνια, στη μεγαλειώδη πλατεία Ρεπούμπλικα της Φλωρεντίας. Ηταν ένα ελαφρώς ομιχλώδες πρωινό, πολύ νωρίς· είχαμε μόλις φτάσει στην πόλη με το τρένο, αφήσαμε τα μπαγκάζια, και περπατήσαμε ώς την Πιάτσα ντελα Ρεπούμπλικα.

Δεν ήμουν εντελώς ανυποψίαστος, είχα δοκιμάσει καμπόσους εσπρέσο στο φημισμένο Μπραζίλιαν της οδού Βουκουρεστίου και κάτι που έμοιαζε με καπουτσίνο στου Παυλίδη, Βύσσης και Αιόλου. Αλλά μπαίνοντας εκείνο το πρωί στο Caffè Paszkowski, έπαθα πολιτισμικό σοκ. Δεν μπορούσα καν να παραγγείλω καφέ, είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα κοιτάζοντας τον υπέροχο μπουφέ, τις επιβλητικές αστραφτερές μηχανές, τους μπαρίστες με τα παπιγιόν και τις τεράστιες ποδιές που εκτελούσαν το περίτεχνο μπαλέτο τους μες στους ατμούς, και η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ μεθούσε. Ο ταμίας περίμενε υπομονετικά. Ψέλλισα “καπουτσίνο ε κορνέτο”, και μπήκα στη σειρά στον πάγκο.

Ηπια τρεις καφέδες κολλητά και βγήκα στον δρόμο. Απέναντι και γύρω στην πλατεία εντόπισα κι άλλους τέτοιους ναούς: Caffè Gilli, Caffè delle Giubbe Rosse. Δεν ήξερα τότε ότι πρόκειται περί ναών, το κατάλαβα με τα χρόνια. Μπήκα κι εκεί και κοινώνησα εν σειρά…

Εκτοτε όποτε βρίσκομαι στην Ιταλία, προσκυνάω τα καφέ, πίνω δεκάδες εσπρέσο σε ταπεινά μαγαζάκια και ιστορικά παλάτσα (θυμάμαι πάντα το Caffè Pedrocchi της Πάντοβα), έμαθα κάπως να ξεχωρίζω τα χαρμάνια του Βένετο-Τριέστε, της Ρώμης, της Νάπολης, του Μιλάνου, της Σικελίας, κυρίως κατάλαβα ότι ο εσπρέσο είναι γαστρονομική, αισθητική και πολιτιστική περιπέτεια.  Γύρισα με μια μακινέτα Μόκα, για παρασκευή σπιτικού καφέ. Κι αναζητούσα αυτή τη γεύση, αυτή τουλάχιστον.

Πέρασαν πολλά χρόνια. Η Ελλάδα μπήκε στην κουλτούρα του εσπρέσο. Με ατέλειωτους πικρούς και καμένους καφέδες, με καπουτσίνο-σαπουνάδες, με κατακλυσμούς φρέντο-φραπέδες. Αλλά φτάσαμε κάπου. Σήμερα η Ελλάδα πρωταγωνιστεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, στο Τρίτο Κύμα του Καφέ, με afficionados σαν τον Νίκο Ψωμά (Mokka) και τον Γιάνη Ταλούμη (Taf), με εισαγωγείς σαν τον Χρήστο Βεκράκο (Hausbrandt), βραβεύεται από διεθνείς οργανισμούς (Speciality Coffee Association of Europe), οι μπαρίστες της αναδεικνύονται παγκόσμιοι πρωταθλητές (Στέφανος Δοματιώτης, Χρήστος Λουκάκης κ.ά.), στήνονται εξαίρετα καφέ (Taf, Tailor Made, Yellow Cafe. Single Estate, Evergreen κ.ά.), απολαμβάνουμε speciality καφέδες, δηλαδή καφέδες διακεκριμένης ποιότητας και υψηλής βαθμολογίας για τους οποίους γνωρίζουμε ποικιλία φυτού, καλλιεργητή, τόπο προέλευσης, τρόπο επεξεργασίας, ημερομηνία καβουρδίσματος, γευστικό προφίλ.

Επιπλέον, εκατοντάδες παθιασμένοι εσπρεσομανείς εξοπλίζονται με μηχανές και μύλους άλεσης, με φρεσκοκαβουρδισμένους καφέδες speciality, και φτιάχνουν κορυφαίο εσπρέσο κατ΄οίκον! Νότια και Κεντρική Αμερική, Αφρική, Ασία, μικρά και μεγάλα κτήματα, προμηθεύουν γλυκόπιοτους, φρουτώδεις, σοκολατώδεις, ξινούτσικους, πολύπλοκους, περιπετειώδεις, ηδονικούς εσπρέσο. Δοκιμάστε τους στα σωστά καφενεία με τους σωστούς μπαρίστες, και συνεχίζουμε στο επόμενο…

 

Διευθύνσεις:

Τaf, Eμ. Μπενάκη 7, Aθήνα
Tailor Made, πλατεία Αγ. Ειρήνης 2, Αθήνα
Yellow Cafe, Λ. Μπέλου 12, Αμπελόκηποι (Μετρό Πανόρμου)
Single Estate, Σόλωνος 73
http://www.greekespresso.gr
http://www.cupoholics.com

 

Από τη μία πανοπλία, στην άλλη

Μες στον ζόφο της κρίσης και της ανασφάλειας, ετοιμαζόσουν να βγεις στον πόλεμο το πρωί, ακούγοντας ανακοινωθέντα τρόμου από το ράδιο. Πώς να αντιμετωπίσεις άλλη μια μέρα μεσα σ’ αυτή τη σκληρή πραγματικότητα; Το ζεστό ντους και το ξύρισμα βοηθούν πάντα, άρα ξεκινούσες έτσι. Και κατόπιν, διάλεγες την πανοπλία του urban warrior για να βγεις στα παγωμένα πεδία των μαχών.

Η ασφαλέστερη, και πιο αγαπημένη, πανοπλία είναι ένα φανελένιο κοστούμι, γκρι, μπλε, καστανό, μονόχρωμο, ριγέ, πρενς ντε γκαλ, γουατέβερ… Η επιτομή του αρρενωπού ντυσίματος στην πόλη, και η κορύφωση της θαλπωρής. Μια-δυο πινελιές μεταξιού πάνω στο χνουδωτό μαλλί, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ· παπούτσια καστόρινα κατά προτίμησιν, εφόσον δεν βρέχει, κι ύστερα το μαλακό ζεστό παλτό να αγκαλιάσει το όλον, ένα Chesterfield κλασικό και ήσυχο, ή ένα σταυροκούμπωτο με επιβλητικούς μυτάτους γιακάδες, πιο βαρύ. Βαμβάκι, μαλλί merino, μετάξι τυλίγουν το σώμα. Και ολίγο κασμίρ: ως πρόσμιξη μέσα στα υφάσματα, και 100% στο κασκόλ οπωσσδήποτε. Κι αν βρέχει, καμπαρντίνα.

Δοκιμασμένη στολή, σίγουρη πανοπλία, αποτροπαϊκή, ικανή να προστατέψει και να αποτρέψει τα κακά, να δώσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Kάπως έτσι, με εκδορές και απώλειες, πάντως ακέραιοι, περάσαμε τον ακάνθινο χειμώνα 2011-12.

Τώρα όμως μπήκε άνοιξη. Και οι δυσχέρειες συνεχίζονται. Πώς τις αντιμετωπίζουμε ενδυματολογικά; Συνοψίζουμε. Ασφαλώς οι πολυαγαπημένες φανέλες, τα παλτά και τα κασμιρένια κασκόλ ανεβαίνουν στις πάνω ντουλάπες ― εννοείται, καλοβουρτσισμένα, σιδερωμένα και με μπόλικη καμφορά-ναφθαλίνη. Κατεβαίνουν τα ντεμί σεζόν, ελαφρά worsted, fresco, ψάθες, σύμμικτα μάλλινα με μετάξι ή λινό, ρούχα ταιριαστά για θερμοκρασίες 12-25 βαθμών Κελσίου, αλλά και ικανά να πέφτουν στρωτά, χυτά, να κρατάνε τη φόρμα τους. Το λεγόμενο ντεμί σεζόν είναι ίσως το δημοφιλέστερο και πιο χρήσιμο ρούχο (δηλαδή, κοστούμι) στο υπέροχο μεσογειακό κλίμα της υπέροχης μεσογειακής μας χώρας. Φοριέται Σεμπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, δηλαδή καλύπτει άνετα τον μισό χρόνο. Αν μάλιστα κινείσθε πολύ σε κλειστούς κλιματιζόμενους χώρους, φοράτε τα ντεμί σεζόν και δέκα μήνες, εκτός Ιουλίου-Αυγούστου. (Αλλά χάνετε τη θαλπωρή και το απαράμιλλο στυλ της φανέλας…)

Την άνοιξη η έμφαση δίδεται στα χρώματα· το απαιτεί το φως της εποχής, αλλά και η ανθισμένη φύση. Γαλάζιο, από σιελ βαπτιστικό έως μεσαίο μπλε· πράσινο, από βεραμάν και τσαγαλί, έως ζωηρό σμαραγδί· ροζ, προς το ροδί, όχι βαπτιστικό· βερυκοκκί και ροδακινί, και τα λοιπά. Τόνοι παστέλ γενικά, αλλά όχι ψόφια χρώματα ούτε πλακάτα, ζωηρά αλλά όχι εκτυφλωτικά: το μεσογειακό φως δεν συγχωρεί.

Πού βάζουμε το χρώμα; Στο πουκάμισο καταρχάς, ιδίως αν το φοράμε χωρίς γραβάτα, και εφόσον περιέχει ρίγες ή καρρώ. Στη γραβάτα επίσης: την άνοιξη η γραβάτα μπορεί να ξεφύγει από τη σιγουράτζα του σιδηρού κανόνα «γραβάτα διακριτική, μονόχρωμη, σκούρα». Στο μαντιλάκι ποσέτ οπωσδήποτε. Στις κάλτσες. Στο πόλο ή ζιλέ από βαμβάκι, οπωσδήποτε. Τέλος, στο ίδιο το κοστούμι ή το σακάκι: τώρα είναι ο καιρός για πράσινο κοστούμι, για θερμό μίγμα χρωμάτων στο πρενς ντε γκαλ, για κρεμ-μπεζ κ.ο.κ.

Ζητάει και η άνοιξη τις στολές της: ελαφρές και ζωηρές, για πελταστές και ταχείς ιππείς.

αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων. παιδός η βασιληίη

Image

Οι άντρες παραμένουν παιδιά που παίζουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η μανία για συλλογή και χρήση ποικίλων συσκευών, εργαλείων, γκάτζετ, χρηστικών ή ελάχιστα χρηστικών αντικειμένων, από αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες και μπλακεντέρ, έως ρολόγια, κομπολόγια, δίσκους, γραβάτες, στυλό και πίπες. συνιστούν ένα σύμπαν εντός του οποίου αναπτύσσονται, υγιαίνουν και θάλλουν οι άνδρες, και άνευ αυτού ουδέν.

Κάθε είδος έχει τα δικά του Δισκοπότηρα, τα μυστικά και τις χαρές: αντίστοιχα με την Ferrari Testarossa και τo ορίτζιναλ Mini, υπάρχουν η πένα Parker 51 και οι προπολεμικές Pelikan, οι πίπες Dunhill και Sasieni, τα ρολόγια Zenith El Primero και τα Omega Speedmaster, οι σταμπωτές γραβάτες Ferragamo και Hermes, οι τζαζ δίσκοι βινυλίου της Blue Note και της Verve, τα μπλουζάκια πόλο Smedley από φίνο μαλλί merino ή βαμβάκι Sea Island, τα κασμιρένια κασκόλ Johnstons of Elgin, οι καμπαρντίνες Burberry’s και Aquasqutum, οι κολώνιες Yatagan και Signoricci. Προσθέστε ό,τι θέλετε. O ρέκτης αναγνωρίζει τις αξίες, τα κλασικά κομμάτια, τα εκτιμά ακόμη κι αν δεν μπορεί να τα αποκτήσει· διότι περισσότερη αξία κι από την κατοχή έχει η γνώση, η περιπλάνηση ανάμεσα σε φόρμες και χρήσεις, η ταξινόμηση και η εξερεύνηση, το μοίρασμα της πληροφορίας με άλλους.

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι άνδρες λατρεύουν όλα τα αντικείμενα· δεν το κάνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ένταση, την ίδια έκταση. Αλλά όλοι οι υγιείς ψυχοσυναισθηματικά άνδρες, με κάποιο τρόπο, σε κάποια φάση της ζωής τους εμπλέκονται, αποκτούν μια εμμονή, την καλλιεργούν, της παραδίδονται, κι ύστερα αποπλέουν μέχρι την ανακάλυψη νεωτέρας.

Προσοχή, δεν μιλάμε για κόλλημα, για καθήλωση. Η σωστή εμμονή, η συλλογή και χρήση, η μελέτη και κατάκτηση ενός είδους αντικειμένων, δεν πρέπει να οδηγεί σε καθήλωση. Απεναντίας, πρέπει να δρα ηδονικά, ερεθιστικά και απελευθερωτικά· να διευρύνει τον ορίζοντα των επιθυμιών, να αποστάζει την ουσία και την ψίχα του πράγματος, με σκοπό πάντα την απόλαυση του παιγνίου, την εμπειρία της διαδρομής ώς την κατάκτηση.

Είναι λεπτή αυτή η διαχωριστική γραμμή, μεταξύ του ρέκτη και connoisseur, του γνώστη ερασιτέχνη, του μερακλή, αφενός, και του κολλημένου, του σπασίκλα, του φετιχιστή, του γκατζετάκια, αφετέρου. Αλλά υπάρχει. Και είναι ακριβώς η διαφορά μεταξύ του υγιούς, ψυχωφέλιμου παιχνιδιού και της νοσηρής καθήλωσης.

Αφεθείτε ηδονικά στις εμμονές, βυθιστείτε στα πράγματα, κι ύστερα αφήστε τα για άλλα, γιατί όπως λέει ο Νίτσε: «Ο κόσμος είναι κατάφορτος από ωραία πράγματα, εντούτις είναι φτωχός σε ωραίες στιγμές και σε αποκαλύψεις αυτών των πραγάτων».

De coloribus

«Σε φωτίζει… Σε σκοτώνει… Σε κλείνει…» Σαν ν’ ακούμε τις συζύγους και συντρόφους τις μαρτυρικές στιγμές που δοκιμάζουμε ρούχα και αυτές διαλέγουν το χρώμα. Δυστυχώς, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, άνδρες σήμερα όχι μόνο δεν  τολμούν να διαλέξουν τα χρώματα που τους ταιριάζουν, αλλά συχνά δεν τολμούν ούτε τα ρούχα τους να διαλέξουν… Ελλειψη αυτοπεποίθησης; Ελλειψη γούστου και παιδείας; Αγοραφοβία; Αχρωματοψία; Ολα αυτά.

Τα πράγματα όμως είναι απλά. Εχουμε κατά νου μερικές θεμελιώδεις αρχές, απλούστατες: Το πιο διακεκριμένο μέρος του σώματος που είναι ορατό και αναγνωρίσιμο, όταν είμαστε ντυμένοι, είναι το πρόσωπο: αυτό μένει ακάλυπτο. Αρα, διαλέγουμε το ντύσιμο αναλόγως με τα χρώματα και την τονικότητα του προσώπου: στόχος μας είναι να φωτισθεί το πρόσωπο, τα μάτια, τα χαρακτηριστικά, και όχι να τα κρύψουμε ή να τα θάψουμε.

Τούτων δοθέντων, τα πρόσωπα, σε αδρές γραμμές, διακρίνονται σε πρόσωπα με έντονο κοντράστ, όπου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών βρίσκονται σε έντονη αντίθεση με το χρώμα της επιδερμίδας, και σε πρόσωπα χαμηλής τονικότητας, όπου τα μαλλιά ή και τα μάτια δεν αφίστανται σημαντικά από το χρώμα της επιδερμίδας.

Στην πρώτη περίπτωση ανήκει λ.χ. ένα πρόσωπο με λευκό φωτεινό δέρμα και μαύρα ή σκουροκάστανα μαλλιά, έντονα φρύδια, σκούρα μάτια (δηλαδή, ένα συνηθισμένο μεσογειακό πρόσωπο). Εδώ, το ντύσιμο μπορεί να είναι έντονο και κοντράστο, τέτοιο που να αναδεικνύει το έντονο πρόσωπο του άνδρα. Ενα τέτοιο πρόσωπο σηκώνει ωστόσο και ένα ντύσιμο τονάλ, αρκεί ένα στοιχείο, π.χ. η γραβάτα, να είναι έντονο, ώστε να οδηγεί το βλέμμα προς το πρόσωπο, και όχι το βλέμμα να βουλιάζει μες στο ντύσιμο.

Στη δεύτερη περίπτωση, του τονάλ, κάπως «ξεθωριασμένου» και φλάτ προσώπου, το ντύσιμο επιλέγεται αναλόγως τονάλ, χωρίς έντονες αντιθέσεις, έτσι ώστε να μη θάβεται το πρόσωπο από μια έντονη γραβάτα ή να μην καδράρεται αποπνικτικά από ένα μπλε-μαύρο κοστούμι. Εδώ τα ρούχα και τα αξεσουάρ μοντάρονται έτσι ώστε να οδηγούν το βλέμμα αβίαστα προς το πρόσωπο του άνδρα, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα στοιχεία του: λ.χ. ένα βαθυγάλαζο πουκάμισιο κολακεύει τον γαλαζομάτη, ένα γκρι κοστούμι ταιριάζει σε έναν γκριζομάλλη, τα θερμά καφέ σακάκια μαζί με γαλάζια πουκάμισα ταιριάζουν στον ξανθοκάστανο, μια κόκκινη ή σμαραγδί γραβάτα για τον κοκκινομάλλη ή τον πρασινομάτη κ.ο.κ.

Τα μέσα για να φτάσουμε στο επιθυμό χρωματικό αποτέλεσμα είναι πολλά. Δοκιμάζουμε το ύφασμα του κοστουμιού ή το έτοιμο κοστούμι, για να δούμε πώς φωτίζει το πρόσωπο. Συνταιριάζουμε πουκάμισο: το κλασικό λευκό δεν πάει σε όλα τα πρόσωπα, τα ποικίλα γαλάζια έχουν πολύ περισσότερες εφαρμογές. Μη λησμονήσετε επίσης το ροζ, το κρεμ-ιβουάρ, το μενεξελί-λεβάντα, από μονόχρωμα. Και τα απειράριθμα ριγέ και καρρώ πουκάμισα, με μια πρόνοια διαρκώς: να μην είναι υπερβολικά έντονα και πολύπλοκα, διότι αφενός αποσπούν την προσοχή από το πρόσωπο του φέροντος, αφετέρου, δυσκολεύουν τους περαιτέρω συνδυασμούς με τη γραβάτα και το κοστούμι.

Η γραβάτα είναι κομβικό εξάρτημα: μπορεί να απογειώσει ένα ντύσιμο και να αναδείξει το ρπόσωπο, ή να τραβήξει εγωιστικά όλη την προσοχή και να θάψει τον κακόγουστο φέροντα. Προσοχή, λοιπόν: τη διαλέγουμε όχι επειδή «μας αρέσει» σκέτη, έτσι όπως την είδαμε στο σταντ ή πάνω στο πουκάμισο, αλλά επειδή τη βάλαμε πλάι στα μάτια μας, στο πρόσωπό μας· σκοπός της είναι να μας υπηρετήσει.

Τέλος, δοκιμάστε κοστούμια έξω από τα συνήθη μονόχρωμα γκρι και μπλε: καφέ, πράσινα, ανάμικτα, καρρώ, πρενς ντε γκαλ, πικ-α-πικ, ‘αλατοπίπερο’.

Προσοχή στο μαύρο!

Το μαύρο είναι υπέρκομψο αλλά δεν είναι για όλες τις ώρες. Στο φως της μέρας, ιδίως μιας ηλιόλουστης, το μαύρο σκοτώνει! Δείχνει τον φέροντα απέραντα χλωμό, σαν πτώμα… Αντιθέτως, τη νύχτα το δραματικό κοντράστ μειώνεται και το μαύρο ξεδιπλώνει τις αρετές του. Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και για το σκούρο μπλε νυκτός.

Και ποτέ, μα ποτέ, μαύρη κάλτσα χωρίς μαύρο κοστούμι! Ποτέ. Η κάλτσα πρέπει να ενώνει αρμονικά το παντελόνι με το παπούτσι, όχι να τα χωρίζει «κόβοντας» το πόδι.

Τουίντ, τουίντ, τουίντ

Επιτέλους χειμώνας! Καιρός για τουίντ, καιρός για βαριά κοτλέ, αφράτα μολεσκίν και ζεστά τρικό. Ο σύντομος και ήπιος μεσογειακός χειμώνας δεν ευνοεί ιδιαιτέρως τα θερμά, τραχιά τουίντ, τα χειροποίητα μάλλινα υφάσματα σκοτσέζικης και ιρλανδέζικης καταγωγής, για σπορ σακάκια και παλτά.

Τα υπέροχα τουίντ: με μοναδικά χρώματα και σχέδια, μοναδικά επειδή είναι χειροποίητα και καμιά παρτίδα δεν είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη, μοναδικά επειδή μες στην ύφανση αναμιγνύονται ίνες μαλλιού μοναδικά χρωματισμένες. Με χρώματα που λάμπουν στο χειμωνιάτικο φως, όλοι οι τόνοι του καφέ, από το κεραμιδί έως το καστανόμαυρο, ώχρες, λαδί, πράσινα, μπλε, γκρίζα, ανθρακί, χοντροκόκκινα… Με υπέροχα σχέδια: ψαροκόκκαλο, καρώ glenn, καρώ gun club, πτι καρώ, μεγάλα καρώ windowpane, πιε ντε πουλ, αλατοπίπερο, σβηστά σχέδια, έντονα σχέδια…

Προέλευση

Σκωτία, Εβρίδες νήσοι: παράγονται τα κορυφαία τουίντ· τα επώνυμα των συνεταιρισμένων υφαντουργών έχουν τη σφραγίδα Harris Tweed. Εξαιρετικά και τα ιρλανδέζικα. Και σε βρετανικά υφαντουργεία φτιάχνονται, μη γνήσια, αλλά υψηλής ποιότητας· μιμούνται την υφή, τα χρώματα και τα σχέδια σε πολύ ελαφρότερα πανιά, με τεχνική worsted, κατάλληλα για μεσογειακά κλίματα και ανεκτά σε εσωτερικούς χώρους.

Ρούχα

Σπορ σακάκια. Με τρία ή δύο κουμπιά· με τσέπες χωνευτές ή και εξωτερικές, με τσέπες λοξές ή οριζόντιες, με τρίτη τσέπη μικρή αριστερά.

Για πιο εκκεντρικό country style, το σακάκι γίνεται κυνηγετικό: έχει ζωνάρι ραφτό πίσω, τσέπες εξωτερικές με κουμπωτά καπάκια, και ανάλογη τσέπη στο στήθος, κουμπώνει με τρία κουμπιά, και προβλέπεται κούμπωμα και του γιακά μέχρι ψηλά.

Οι δανδήδες εξ ημών μπορούν να φτιάξουν και κοστούμι, όπως ο αμίμητος Δουξ του Ουίνδσορ που λάτρευε τα τουίντ ακραίων χρωματισμών και σχεδίων. Το ψαροκόκκαλο μπορεί να δώσει εξαίρετο παλτό, βαρύ σπορτίβ.

Ταιριάσματα

Τραγιάσκα! Ιδανικά από το ίδιο ύφασμα με το σακάκι.

Πουκάμισα: Φανελένια καρώ. Οξφορντ μπάτον ντάουν.

Γραβάτες πλεχτές, κατά προτίμησιν μάλλινες ή κασμιρένιες. Ακόμη καλύτερα: φουλάρι.

Παντελόνια από τρικό ντιαγονάλ (μαλλί), ή τα κλασικά βαριά βαμβακερά: κοτλέ και μολεσκίν.

Το κοτλέ βγαίνει ψιλόριγο ή χοντρόριγο, και πρέπει να είναι 100% βαμβακερό. Το μολεσκίν, δημοφιλές στη Βρετανία, αλλά άγνωστο παρ’ ημίν, είναι επίσης 100% βαμβακερό, ανθεκτικό, με ελαφρότατο πέλος, απαλό και πολύ πολύ ζεστό. Ταιριάζει ιδανικά με το τουίντ σακάκι.

Παπούτσια ρωμαλέα, αρρενωπά, δίσολα, ή μποτάκια σουέτ. Κάλτσες με χρώμα και φαντασία!

Γιλέκο από το ίδιο ύφασμα, ή ζιλέ αμάνικο (λεμονί!) ή ζακέτα κάρντιγκαν. ταιριαστό και το πλεχτό πουκάμισο πόλο.

Ποσέτ μεταξωτό: λείο και στιλπνό πάνω στο τραχύ ζεστό τουίντ.

Αρμονία

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ανοίγεις την νουλάπα, τα συρτάρια: Ποιο πουκάμισο με αυτό το κοστούμι;  Ποιο παντελόνι με αυτό το σακκάκι; Ποια γραβάτα με αυτό πουκάμισο κι αυτό το κοστούμι; Να μη βάλω γραβάτα; Τι παπούτσια; Τι κάλτσες; Ζώνη; Μαντιλάκι; Το ρολόι δείχνει ότι ήδη θα έπρεπε να είχες ντυθεί… (Α, και τι ρολόι με αυτό το ντύσιμο;) Τέτοια ερωτήματα αντιμετωπίζει σχεδόν καθημερινά ο άνθρωπος της πόλης. Ανώδυνα ερωτήματα, μάλλον ευχάριστα και παιγνιώδη, πάντως ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Εχουμε πει πολλές φορές ότι υπέρτατος κριτής και νομοθέτης είναι ο ντυνόμενος· το γούστο του και το ένστικτό του. Το στυλ είναι υπόθεση απολύτως και μόνο προσωπική, όλα τα υπόλοιπα είναι συρμός, μόδα, τυραννία και kitsch· πάντως στυλ δεν είναι.

Είναι χρήσιμο ωστόσο να έχουμε κάποιους άξονες, μερικές γραμμές, σε ό,τι αφορά το ταίριασμα χρωμάτων, υφών, μοτίβων, σχεδίων.

Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η υφή (του υφάσματος, του δέρματος) μπορεί να αποβεί πιο αποφασιστικός παράγων από το χρώμα κατά την επιδίωξη της αρμονίας.  Ας πούμε, σ’ ένα «χνουδωτό» θερμό φανελένιο κοστούμι γκρίζου χρώματος το κυρίαρχο στοιχείο είναι η μαλακή, χνουδωτή υφή, και δευτερευόντως το γκρι χρώμα. Η φανέλα ζητάει την παραπλήρωση του λείου μεταξιού (στη γραβάτα, στο μαντιλάκι ποσέτ) αλλά και τη συμπλήρωση του καστόρινου παπουτσιού, το οποίο καστόρινο βεβαίως θα είναι καφέ-καστανό, δηλαδή θερμό, ώστε να κοντράρει με τη σειρά του το ψυχρό γκρι:  τραχύ-τραχύ, θερμό-ψυχρό. Αναλόγως, η μεταξωτή γραβάτα ας μην είναι κόκκινη, αλλά μπλε: ψυχρό σε ψυχρό, λείο σε τραχύ.

Το ίδιο ισχύει και για τα μοτίβα: το καρώ δεν πάει γενικά με καρώ, αλλά το μεγάλο, αραιό καρώ (windowpane) ή το θεϊκό πρενς-ντε-γκαλ του σακακιού, μπορεί να ταιριάξει με το διακριτικό πτι-καρώ του πουκαμίσου. Ηγουν: μεγάλο-μικρό. Αναλόγως και στη ρίγα: ένα έντονο πιν-στράιπ (pinstripe) κοστούμι μπορεί να σηκώσει ένα λεπτόριγο πουκάμισο, αλλά όχι επιπλέον και ριγέ γραβάτα, αυτή θα είναι συμπαγής χρωματικά: μεγάλο μοτίβο-μικρό μοτίβο-μη μοτίβο.

Η γενική γραμμή είναι: όχι απόλυτο, προφανές ταίριασμα, αλλά συμπλήρωση ή παραπλήρωση, έως το όριο της σύγκρουσης. Επιδίωξη: η απλότης, το μη απόλυτο ταίριασμα, η αρμονία.

Ας πούμε, δεν φοράμε ποτέ, μα ποτέ, ασορτί γραβάτα-μαντιλάκι. Ποτέ. Η γραβάτα και το μαντιλάκι πρέπει να βρίσκονται σε ερωτική διαμάχη, σε έντονο φλερτ: το ένα να κοιτάζει βαθιά το άλλο και να το απολαμβάνουν και τα δύο. Να σμίγουν και να συγκρούονται.

Τέλος: Μην είσθε τέλειοι. Αφήστε μια λεπτομέρεια αφρόντιστη, ευφυώς ατημέλητη, λεπτομέρεια ανθρώπινη, τυχαία, που δείχνει ότι νύνεστε για την απόλαυση, όχι από υποχρέωση. Να είσθε decontractée, χαλαροί, κουλ. Ομνύετε στην sprezzatura.

φωτογραφίες: Matt, tweed in the city

Το μοναδικό κόσμημα


Ο τζέντλεμαν δεν φορτώνεται κοσμήματα. Τα μόνα παραδεκτά στολίδια είναι το ρολόι και τα μανικετόκουμπα στους καρπούς, η βέρα στον παράμεσο κι ένα δαχτυλίδι σεβαλιέ στο μικρό δάχτυλο του άλλου χεριού. Εξ όλων αυτών το πιο συνηθισμένο κόσμημα είναι το ρολόι: φοριέται σε κάθε περίσταση, με κάθε ντύσιμο, σχεδόν πάντα. Εξ ου και υπάρχει ένα ρολόι κατάλληλο για κάθε περίσταση: για το βραδινό επίσημο ντύσιμο, για τις αστικές καθημερινές εμφανίσεις, για την εκδρομή στην εξοχή, για την εργασία στους αγρούς, για το κολύμπι και την ιστιοπλοΐα, για τα σπορ και κάθε έντονη δραστηριότητα εν γένει. Και βέβαια, πέρα από τη χρήση, η μορφή του ρολογιού καθορίζεται από το γούστο του φέροντος, από τι του αρέσει και τι θέλει να δείξει: υπάρχουν τα ρολόγια του δανδή, του δραστήριου, του λιτοδίατου, του ακραίου μινιμαλιστή, του μοντερνιστή, του κλασικιστή, του art deco, του macho, του ταξιδευτή…

Πέραν του γούστου: υπάρχουν τα ρολόγια συναισθηματικής αξίας. Το πρώτο ρολόι του έφηβου, ένα αντικείμενο μυητικό, που προσφέρεται συνήθως από τον πατέρα ως συνοδευτικό του περάσματος στον ενήλικο βίο· αυτό είναι συνήθως το πολυτιμότερο. Υπάρχει το ρολόι του αρραβώνα: ακριβό συνήθως, προσφέρεται από τα πεθερικά στον υποψήφιο γαμπρό. Υπάρχει το ρολόι του παππού, του αγαπημένου θείου, το παλιό ρολόι του πατέρα: περνάνε από γενιά σε γενιά, από καρπό σε καρπό, ενθύμια και μετρητές του πανδαμότορος χρόνου.

Αρα ένας καλοντυμένος τζέντλεμαν διαθέτει πλείονα του ενός ωρολόγια. Ενα ή περισσότερα για κάθε περίσταση. Οχι κατ’ ανάγκην ακριβό, κάθε άλλο· μπορεί να είναι παλιό, vintage, ένα ενθύμιο, μπορεί να είναι φθηνό, ταπεινό· το ακριβό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ωραίο. Rolex, Panerai, Cartier, Patek Philippe, Vacheron Constantin, Frank Muller, IWC, είναι μερικές μόνο από τις μάρκες που επιδεικνύουν τον πλούτο του κατέχοντος· αλλά όχι αναγκαστικά και το γούστο του.

Πάντα όμως το ρολόι πρέπει να είναι ταιριαστό, κατάλληλο. Με το βραδινό κοστούμι λ.χ. ταιριάζει ένα ρολόι λεπτού προφίλ, κλασικό, στρογγυλό ή καρέ (παραλληλόγραμμο) ή tonneau (βαρελόσχημο). Σε αυτή την περίσταση, παρέλκει το μεγάλο, βαρύ καταδυτικό ή αεροπορικό ρολόι, ακόμη κι αν είναι πανάκριβο Rolex, Panerai ή Frank Muller, και για έναν πολύ πρακτικό λόγο: τέτοιο ογκώδες ρολόι δεν χωράει κάτω από τη μανσέτα του πουκαμίσου! Σε αυτή την κατηγορία, των dress ρολογιών, κάθε φίρμα που σέβεται το όνομά της έχει εξαίρετα μοντέλα, από τις κορυφαίες της υψηλής ωρολογοποιϊας (Zenith, Omega, Jaeger LeCoultre, Patek Philippe, Vacheron Constantin, Αudemars Piguet, Lange & Söhne κ.λπ.) έως τις φθηνότερες (Seiko, Tissot, Frederique Constant, Longines, Glashuette Original κ.λπ.), οι οποίες προσφέρουν εξαίρετα κομμάτια σε υποπολλαπλάσιες τιμές. Τα περισσότερα vintage ρολόγια, επίσης, μπορούν να φορεθούν άψογα σαν «καλά» dress, με ωραιότατο εφέ.

Casual

Στο πρωινό ντύσιμο γραφείου ή το απόγευμα μπορούμε να φορέσουμε ρολόγια πιο σπορτίβ, χρονογράφους, αεροπορικά (pilot), ακόμη και πιο «μαζεμένα» καταδυτικά. Εξοχοι εκπρόσωποι αυτού του είδους προσφέρονται από πολλές φίρμες, σε ευρύτατη γκάμα τιμών, αλλά αν θέλαμε να σταθούμε σε μερικά ονόματα, θα μνημονεύαμε τα εξής, χωρίς αυστηρή αξιολόγηση:

Καταδυτικά: Αισθητά ή πολύ κάτω από την τιμή του κλασικού Rolex Submariner, μπορούμε να βρούμε το εφάμιλλης ποιότητας και απράμιλλου στυλ Omega Seamaster, και κλασικά diver από φίρμες όπως Tag Heuer, Sinn, Seiko, Citizen, Oris.

Pilot – Military: H ακριβή IWC ξεχωρίζει, όπως και η μοναδική Panerai με τα υπερμεγέθη ρολόγια της, αλλά εφάμιλλα σε στυλ είναι και οι κατά πολύ φθηνότερες Fortis, Glycine, Tutima, Aristo, Oris, Hamilton, μεταξύ πολλών άλλων.

Χρονογράφοι: Η IWC και η Breitlig φημίζονται για το στυλ των χρονογράφων τους, αλλά κάθε καλή φίρμα έχει έναν στην γκάμα της: η Ωμέγα λ.χ. προσφέρει το περίφημο Speedmaster, το κλασικό ρολόι των αστοναυτών της ΝΑSA. Η δε Zenith προσφέρει κορυφαίο χρονογράφο με τον περίφημο μηχανισμό El Primero. Kαλούς προσιτούς χρονογράφους προσφέρουν και άλλοι οίκοι με ελβετικούς μηχανισμούς, και οι Ιάπωνες με τους δικούς τους.

Eννοείται ότι τα σχέδια και η ποιότητα των οίκων υψηλής ωρολογοποιϊας είναι αξιοζήλευτα σε όλα τα είδη, αλλά και οι τιμές τους προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν τις τιμές καλών αυτοκινήτων…

Φθινοπωρινά φύλλα

Το φθινόπωρο στην Ελλάδα μπορεί να διαρκέσει πολύ: σαν εξασθενημένη παράταση καλοκαιριού, χωρίς τον καύσωνα, ή σαν μακρύ προοίμιο ήπιου χειμώνα, χωρίς το τσουχτερό κρύο. Εχει ψυχρούλα αλλά όχι ψύχος, ο καιρός είναι άστατος με βροχές και συννεφιές, αλλά όχι σταθερά βαρύς· το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η ποιότητα του φωτός: καθώς χαμηλώνει η τροχιά του ήλιου, αναδύονται πάλι οι σκιές, οι όγκοι, τα χρώματα.

Σε αυτή τη γλυκιά ημιεποχή, το ντύσιμο είναι ανάλογα ευμετάβλητο, προσαρμόσιμο, ηδύ. Δεν έχει την ελαφρότητα και τον αισθησιασμό του θερινού, αλλά ούτε το χτισμένο, συμπαγές στυλ του χειμερινού. Είναι ντεμί σεζόν.

Χρώματα. Καταρχάς, θερμά. Το φως αρχίζει να αναδεικνύει μπεζ, καφέ, καπουτσίνο, κεραμιδί, τερακότα, γκρι-μπεζ, αλλά και τα πιο σωματώδη ψυχρά, από πράσινο έως ραφ και βαθύ μπλε. Αν υποθέσουμε ότι το κοστούμι είναι στα θερμά, το πουκάμισο, το πόλο, η γραβάτα, ας κινηθούν συμπληρωματικά: γαλάζιο, θαλασσί, λεβάντα, πράσινο βεραμάν έως σμαραγδί, αλλά και κρεμ, ροζ, βερυκοκκί.

Υφάσματα. Το μαλλί επικρατεί. Σε βάρη από 200 έως και 300 γραμ. Worsted ως επί το πλείστον, κρεπ, fresco, ελαφριά καμπαρντίνα, solaro. To βαρύ λινό φοριέται ακόμη. Ταιριαστό στην εποχή και το σύμμικτο μαλλί-μετάξι.

Σχέδια. Πρενς ντε Γκαλ, παντού και πάντα! (έχουμε εμμονές…) Αχνό το πρενς, μελιχρό, για τούτη την εποχή. Αραιό μεγάλο καρρώ (windowpane) αχνό, επίσης, πικ-α-πικ, πτι καρώ, πιε ντε πουλ. Τα μοτίβα δίνουν υπόσταση στα ελαφριά, κατά κανόνα, υφάσματα του φθινοπώρου. Αρχίζουν και τα ριγέ, pinstripe, αλλά με αχνή τη ρίγα.

Προσοχή! Η ανάμιξη ποικίλων μοτίβων εγκυμονεί ολέθρους. Ας μη συνυπάρχουν ισοδύναμα σχέδια-μοτίβα. Αν το κοστούμι είναι πτι καρώ, το πουκάμισο, η γραβάτα, το ποσέτ, να είναι άλλα: μεγάλα καρώ, άνθη, μονόχρωμα, ριγέ. Αν το κοστούμι φέρει έντονο σχέδιο, πουκάμισο και εξαρτήματα να ακολουθούν λεπτά σχεδιάκια, διακριτικά, σχεδόν αδιόρατα. Οχι όλα μονόχρωμα βέβαια: είναι πληκτικά.

Εξαρτήματα

  • Μαντιλάκι. Το ποσέτ επανακάμπτει. Ενα μεταξωτό κρεμ, περλέ ή ματ, παίζει μπαλαντέρ με σχεδόν καθετί. Εναλλακτικά, λεβάντα, σιέλ, ανοιχτό ζωηρό πράσινο. Αυτοσχεδιάστε.
  • Κάλτσες. Το δυσκολότερο ταίριασμα. Η σίγουρη μα ανιαρή συνήθως οδός: στην χρωματική γκάμα του παντελονιού. Πιο ριψοκίνδυνο μα ενδιαφέρον: Βρείτε χρωματικό πλησίασμα με τη γραβάτα, το ποσέτ, το πουκάμισο. Σχεδιάκι κατά προτίμησιν διακριτικό.
  • Παπούτσια. Ετέρα εμμονή: Σουέτ καφέ, καστανά, ξανθά… Σουέτ μονκ με αγκράφα, σουέτ ντέρμπι, σουέτ όξφορντ. Προσοχή στις φθινοπωρινές βροχούλες! Καταστρέφουν τα σουέτ.

Κολάρα και μανσέτες

Πρίγκηψ Πιερ Τρουμπετσκόι (1864-1936): Portrait of a Gentleman, λεπτομέρεια

Ο Θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες, έλεγε ο μέγας αρχιτέκτων Λε Κορμπιζιέ. Τίποτε αληθέστερο όταν αναφερόμαστε στο ανδρικό ντύσιμο, κυρίως στο αστικό κοστούμι, το τόσο αυστηρό και στυλιζαρισμένο.

Ας αναλογιστούμε το κοστούμι. Μεταδίδει μια εικόνα συμπαγή, ομοιόμορφη και ομοιόχρωμη, μια φόρμα αυστηρή και σπαθάτη. Τι μπορεί να σπάσει την ελλοχεύουσα μονοτονία; Η λεπτομέρεια, οι λεπτομέρειες: πουκάμισο, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ, κάλτσες, παπούτσια ― περίπου με αυτή τη σειρά.

Ας δούμε την προστιθέμενη αξία του πουκάμισου, του σπουδαιότερου ανδρικού ρούχου μαζί με το κοστούμι. Το σακάκι καλύπτει ολοκληρο τον κορμό, αφήνει ελεύθερο μόνο ένα αντίστροφο τρίγωνο στον θώρακα, και τρεις λωρίδες: μία σε κάθε μανίκι και μία πάνω από τον γιακά στον αυχένα. Αυτά ακριβώς είναι τα πεδία όπου εκδηλώνεται η αξία του πουκάμισου, με τα δύο πιο χαρακτηριστικά του στοιχεία: τις μανσέτες και το κολάρο. Το σχήμα τους, η κατασκευή τους, δίνουν τον τόνο στο κοστούμι, σπάνε την ομοιοχρωμία, κοντράροντας ή συμπληρώνοντας, δίνουν χαρακτήρα και ιδιαιτερότητα. Ας εστιάσουμε.

Κολάρα

Τα δημοφιλέστερα είδη κολάρου σήμερα είναι δυο-τρία: το κλασικό ίσιο με μύτες, το ανοιχτό Ρεξ ή Windsor, και το button down το κουμπωτό. Αλλες εκδοχές λιγότερο δημοφιλείς στην Ευρώπη ή με πολύ περιορισμένη εφαρμογή είναι το κολλάρο με στρογγυλεμένες μύτες, το κολλάρο με παραμάνα (οι δύο γιακάδες ενώνονται με παραμάνα), το κολλάρο με αντεστραμμένες μύτες (για επίσημο φράκο).

Ο ίσιος μυτάτος είναι μακράν ο δημοφιλεστέρος, και δικαίως. Ταιριάζει στους περισσότερους σωματότυπους και υποδέχεται άνετα τις γραβάτες με οποιονδήποτε κόμπο πλην του ογκώδους Windsor. Το μήκος του κυμαίνεται από 6 έως 8 εκ., αναλόγως του μεγέθους και σχήματος προσώπου του φέροντος. Ταιριάζει σχεδόν σε όλους, πλην ίσως των πολύ στενόμακρων προσώπων και των λαιμών καμηλοπάρδαλης.

Για τον ογκώδη κόμπο Windsor κατάλληλο είναι φυσικά το ομώνυμο κολάρο Windsor (ή Ρεξ)· οι γιακάδες αφίστανται σχηματίζοντας αμβλεία γωνία. Αυτό το κολάρο έχει βρετανική προέλευση, ως εικός· μάλιστα λέγεται ότι το προτιμούσε ο δούκας του Windsor για να βολέψει τον φαρδύ διπλό κόμπο Windsor που είχε επινοήσει. Τέλος πάντων, σήμερα είναι δημοφιλής και στην Ιταλία και αλλαχού. Δεν ταιριάζει σε πρόσωπα φαρδιά και λαιμούς κοντούς.

Το δημοφιλέστερο κολάρο για φόρεμα χωρίς γραβάτα είναι το button down. Είναι σαν το ίσιο μυτάτο, αλλά χωρίς ενίσχυση εσωτερικά (φορτσέτα) , χωρίς μπανέλες (εσωτερικές ή εξωτερικές) και κουμπώνει πάνω στο πουκάμισο. Ο σπορ, χαλαρός χαρακτήρας του, η ελαφριά κατασκευή και το ελαφρό ρολάρισμά του δεν ευνοούν ιδιαίτερα τη γραβάτα· απαιτεί λεπτές, μαλακές γραβάτες και λεπτό κόμπο. Καλύτερα να αποφεύγεται με σοβαρά ή σταυρωτά κοστούμια ― εκτός κι αν είσθε δανδής της κλάσεως ενός Τζάνι Ανιέλι ή ενός Λουτσιάνο Μπαρμπέρα. Από τα καλύτερα button down που κυκλοφορούν έτοιμα είναι του οίκου Brooks Brothers, και τα ονομάζει Polo.

Μανσέτες

Εκεί που τελειώνει το σακάκι, στην άκρη του χεριού, ξεπροβάλλει το πουκάμισο, με τη μανσέτα του. Εξυπακούεται ότι το μανίκι του σακακιού δεν σκεπάζει όλο τον καρπό· αφήνει τουλάχιστον ένα εκατοστό, έως και δύο, για τη μανσέτα του πουκάμισου. Η οποία μανσέτα έχει κι αυτή ποικιλίες.

Τα δύο βασικά είδη: μανσέτα απλή με κουμπί· μανσέτα διπλή γυριστή, με μανικετόκουμπο. Απλή κουμπωτή φέρουν σχεδόν όλα τα πουκάμισα πια· η διπλή γυριστή πάντως έχει επιστρέψει δυναμικά και φοριέται με σοβαρό κοστούμι, κι όχι μόνο από δανδήδες. Το χαρακτηριστικό της διπλής μανσέτας, εκτός από τον όγκο και τη μεγαλοπρέπεια, είναι το μανικετόκουμπο: ένα κόσμημα, από τα ελάχιστα που επιτρέπεται να φοράει ένας αρρενωπός τζέντλεμαν. Προτιμούνται τα διακριτικά χρυσά ή ασημένια, διπλής όψεως, με ενωτική αλυσιδίτσα, αλλά δεν αποκλείονται και τα πιο φανταχτερά, εφόσον ταιριάζουν σε υφή υλικού και χρώμα με άλλα εξαρτήματα (γραβάτα, πουκάμισιο, ρολόι).

Οι μανσέτες με κουμπί έχουν υποείδη ανάλογα με το κούμπωμα και το σχήμα της γωνίας. Με ένα κουμπί (πιο ευκολοφόρετες), ή με δύο κουμπιά (κρατάνε καλύτερα τη φόρμα). Με στρογγυλεμένο, σβηστό πάρσιμο της γωνίας ή με φάλτσο πάρσιμο ή χωρίς καθόλου πάρσιμο της γωνίας. Στη διπλή γυριστή μανσέτα επικρατούν οι άπαρτες γωνίες και οι στρογγυλεμένες (κομψότερες).

Non plus ultra

  • Το κολάρο καδράρει το πρόσωπο. Ο μακρυμούρης αποφεύγει τους μακρόστενους γιακάδες. Ο στρογγυλοπρόσωπος αποφεύγει τους φαρδείς ανοιχτούς, έναν θρασύ Ρεξ λόγου χάριν. Ο ογκώδης εξορίζει τα μινιόν γιακαδάκια. Ο λεπτοφυής βραχύσωμος μισεί τους γιακαδάρες.
  • Μήκος του μανικιού. Το πουκάμισο δεν πρέπει να κρέμεται, να σκεπάζει όλο τον καρπό μέχρι την παλάμη. Ούτε κοντό, να αφήνει ακάλυπτο τον οστείνο «κόμπο» του καρπού.
  • Φάρδος κολάρου. Ούτε να πλέι ούτε να πνίγει. Να χωράει ένα δάχτυλο ανάμεσα στο κολάρο και το λαιμό.
  • Mονόγραμμα. Οχι στη μανσέτα, είναι too much. Καλύτερη θέση: αριστερά χαμηλά, περίπου 10-13 εκ. από τη μέση του φέροντος, κεντραρισμένο στο αριστερό ημιμόριο.