Αρμονία

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ανοίγεις την νουλάπα, τα συρτάρια: Ποιο πουκάμισο με αυτό το κοστούμι;  Ποιο παντελόνι με αυτό το σακκάκι; Ποια γραβάτα με αυτό πουκάμισο κι αυτό το κοστούμι; Να μη βάλω γραβάτα; Τι παπούτσια; Τι κάλτσες; Ζώνη; Μαντιλάκι; Το ρολόι δείχνει ότι ήδη θα έπρεπε να είχες ντυθεί… (Α, και τι ρολόι με αυτό το ντύσιμο;) Τέτοια ερωτήματα αντιμετωπίζει σχεδόν καθημερινά ο άνθρωπος της πόλης. Ανώδυνα ερωτήματα, μάλλον ευχάριστα και παιγνιώδη, πάντως ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Εχουμε πει πολλές φορές ότι υπέρτατος κριτής και νομοθέτης είναι ο ντυνόμενος· το γούστο του και το ένστικτό του. Το στυλ είναι υπόθεση απολύτως και μόνο προσωπική, όλα τα υπόλοιπα είναι συρμός, μόδα, τυραννία και kitsch· πάντως στυλ δεν είναι.

Είναι χρήσιμο ωστόσο να έχουμε κάποιους άξονες, μερικές γραμμές, σε ό,τι αφορά το ταίριασμα χρωμάτων, υφών, μοτίβων, σχεδίων.

Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η υφή (του υφάσματος, του δέρματος) μπορεί να αποβεί πιο αποφασιστικός παράγων από το χρώμα κατά την επιδίωξη της αρμονίας.  Ας πούμε, σ’ ένα «χνουδωτό» θερμό φανελένιο κοστούμι γκρίζου χρώματος το κυρίαρχο στοιχείο είναι η μαλακή, χνουδωτή υφή, και δευτερευόντως το γκρι χρώμα. Η φανέλα ζητάει την παραπλήρωση του λείου μεταξιού (στη γραβάτα, στο μαντιλάκι ποσέτ) αλλά και τη συμπλήρωση του καστόρινου παπουτσιού, το οποίο καστόρινο βεβαίως θα είναι καφέ-καστανό, δηλαδή θερμό, ώστε να κοντράρει με τη σειρά του το ψυχρό γκρι:  τραχύ-τραχύ, θερμό-ψυχρό. Αναλόγως, η μεταξωτή γραβάτα ας μην είναι κόκκινη, αλλά μπλε: ψυχρό σε ψυχρό, λείο σε τραχύ.

Το ίδιο ισχύει και για τα μοτίβα: το καρώ δεν πάει γενικά με καρώ, αλλά το μεγάλο, αραιό καρώ (windowpane) ή το θεϊκό πρενς-ντε-γκαλ του σακακιού, μπορεί να ταιριάξει με το διακριτικό πτι-καρώ του πουκαμίσου. Ηγουν: μεγάλο-μικρό. Αναλόγως και στη ρίγα: ένα έντονο πιν-στράιπ (pinstripe) κοστούμι μπορεί να σηκώσει ένα λεπτόριγο πουκάμισο, αλλά όχι επιπλέον και ριγέ γραβάτα, αυτή θα είναι συμπαγής χρωματικά: μεγάλο μοτίβο-μικρό μοτίβο-μη μοτίβο.

Η γενική γραμμή είναι: όχι απόλυτο, προφανές ταίριασμα, αλλά συμπλήρωση ή παραπλήρωση, έως το όριο της σύγκρουσης. Επιδίωξη: η απλότης, το μη απόλυτο ταίριασμα, η αρμονία.

Ας πούμε, δεν φοράμε ποτέ, μα ποτέ, ασορτί γραβάτα-μαντιλάκι. Ποτέ. Η γραβάτα και το μαντιλάκι πρέπει να βρίσκονται σε ερωτική διαμάχη, σε έντονο φλερτ: το ένα να κοιτάζει βαθιά το άλλο και να το απολαμβάνουν και τα δύο. Να σμίγουν και να συγκρούονται.

Τέλος: Μην είσθε τέλειοι. Αφήστε μια λεπτομέρεια αφρόντιστη, ευφυώς ατημέλητη, λεπτομέρεια ανθρώπινη, τυχαία, που δείχνει ότι νύνεστε για την απόλαυση, όχι από υποχρέωση. Να είσθε decontractée, χαλαροί, κουλ. Ομνύετε στην sprezzatura.

φωτογραφίες: Matt, tweed in the city

Λινό καλοκαίρι

Νιώσε το καλοκαίρι σαν ρούχο. Τι νιώθεις; Το λινό.

Ακου τον ποιητή: «Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο» (Οδ. Ελύτης, Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό).

Πρόσεξε τον υποπρόξενο στο «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, κινηματογραφημένο από τον Τζόν Χιούστον. Ο αλκοολικός υποπρόξενος (Αλμπερτ Φίνεϊ) κατεβαίνει στην κόλασή του, στο ηφαίστειο, παραιτημένος από την υπέροχη γυναίκα του (Ζακλίν Μπισέ), φορώντας το εκρού λινό κοστούμι του. Ακου πώς τον τραγούδησαν τα Διαφάνα Κρίνα:

«Φύσα την καρδιά μου στην Οαχάκα
Ξέρω αργά ή γρήγορα πως θα χαθώ
Υβόν, μακριά σου δεν μπορώ να πάρω ανάσα
Μα θα διαλέξω εγώ πώς θα καταστραφώ.»

Ο υποπρόξενος με την υπέροχη γυναίκα του

Δες τον Χάρι Πέντελ, τον Ράφτη του Παναμά, άψογο μες στο εκρού λινό του, με γιλέκο, ραμμένο απ’ τον ίδιο σε γραμμή Σάβιλ Ρόου, σύμφωνα με την ιδιοφυϊα του συγγραφέα Τζον λε Καρέ. Φοράει μαύρη γραβάτα, ταλαιπωρείται, ιδρώνει, ουρλιάζει, λερώνεται, μα το εκρού λινό κοστούμι παραμένει ακέραιο, λαμπερό, διακριτικό, αρμόζον, στον τροπικό Παναμά. Το ίδιο αρμόζον και διακριτικό θα ήταν και στην καθ’ ημάς Μεσόγειο, στην Αθήνα, στον Αργοσαρωνικό, στις Κυκλάδες, στην Πελοπόννησο.

Ακου πώς φοράνε τα λινά κοστούμια τους οι Ναπολιτάνοι δανδήδες: ammappucciata, δηλαδή ατημέλητα, τσαλακωμένα, αφημένα στη ροή της μέρας και του θέρους. Σαν πουκάμισα…

Ιδού τι αφηγείται ο σπουδαίος ράφτης της Νάπολης Ρουμπινάτσι για τον πελάτη του πρίγκιπα Ζαν ντι Τζεράτσε:

Ο πρίγκιπας παράγγελνε τα κοστούμια σαν πουκάμισα: έξι λευκά-εκρού και έξι μπλε. Στη διάρκεια του μακρού μεσογειακού καλοκαιριού, φορούσε κάθε πρωί ένα απ΄αυτά τα κοστούμια, καλοσιδερωμένο. Το πουκάμισο ήταν σταθερά λευκό, και η γραβάτα μαύρη με λευκά πουά. Τίποτε άλλο, αυτή ήταν η στολή του καλοκαιριού. Ουσιαστικά, το πουκάμισο ήταν το σακάκι: ξέφοδρο, μαλακό, ριχτό, εύπλαστο, άχτιστο, έπαιρνε τη φόρμα του σώματος καθώς περνούσε η ώρα. Δεν έδειχνε σαν σακάκι.

Το λινό κοστούμι, εφόσον είναι σωστά φτιαγμένο (δηλαδή, λίγο φτιαγμένο, σχεδόν άφτιαχτο), δεν δείχνει, δεν φωνάζει, δεν αυτοπροβάλλεται. Ακριβώς έτσι απαιτεί το δικό μας θερμό καλοκαίρι: διακριτικότητα, σιγαλόφωνη κομψότητα, ευγένεια. Ο ποιητής δεν επιδεικνύει την τέχνη του, το κάλλος δεν φωνάζει για να επιβληθεί: απλώς υπάρχουν.

Χρωμα

Είπαμε, το αρχετυπικό χρώμα, άνευ του οποίου δεν νοείται λινή γκαρνταρόμπα, είναι το σπασμένο λευκό, το εκρού ή ζαχαρί ή ιβουάρ, κρεμ, έως το χρώμα της κιτρινίζουσας βανίλιας. Τούτου δοθέντος, πάμε κατόπιν προς το καπουτσίνο, το café au lait, έως τη σοκολάτα γάλακτος. Οπωσδήποτε και μπλε: μπλε Αιγαίου λίγο πριν το μελανί.

Υφασμα

Το ιρλανδέζικο είναι το ανώτερο για κοστούμι. Και το ακριβότερο. Είναι κατά κανόνα βαρύτερο, πτυχώνει πλούσια, πέφτει με χάρη. Μη το φοβηθείτε επειδή είναι βαρύτερο, δεν είναι κατ΄ανάγκην ζεστότερο. Γνωστότερα εργοστάσια: Bryson, MacNutt.

Το ιταλικό λινό είναι πιο φίνο, λεπτότερο, ελαφρύ. Τσαλακώνει πολύ περισσότερο, και μάλλον πιο απρόβλεπτα. Το λεπτό ιταλικό ταιριάζει περισσότερο σε παντελόνια, αλλά ας μην είμαστε απόλυτοι.

Τέλος, υπάρχει και το βελγικό λινό. Οι Βέλγοι έχουν μακρά παράδοση στα λινά, αλλά το βελγικό λινό για ανδρικά ρούχα είναι εξαιρετικά δυσεύρετο στην Ελλάδα.

Εξαρτηματα

Η σκούρα γραβάτα (μπλε, μαύρη) κοντράρει έξοχα στο λευκό λινό. Το πουκάμισο να είναι ουδέτερο, ας πούμε από ολόδροσο ύφασμα βουάλ. Χωρίς γραβάτα, ναι· αλλά τότε ένα μεταξωτό μαντιλάκι στην τσέπη, μια πινελιά φιλαρέσκειας τόση-δα μικρή. Παπούτσια στο χρώμα της κανέλας, δετά. Κολώνια εσπεριδοειδών.

Φόρα λοξά το καπελάκι σου


Το καπέλο εξαφανίστηκε από το αστικό ντύσιμο στην Ελλάδα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως ότου το επανέφεραν οι νέοι: hip chic, αλήτικο, αρτίστικο, στυλάτο, από τζόκεϊ υποκάτω της κουκούλας έως κουλ pork pie hat, καβουράκι, σκούφο Ανδεων, ρέγκε μπερέ. Μπράβο στην ατίθαση νεολαία!

Η άλλη ηλικιακή ομάδα που κράτησε το καπέλο ήταν οι ηλικιωμένοι και οι γέροντες. Καβουράκια μάλλινα, τραγιάσκες τουίντ και κασκέτα ναυτικά, βλέπουμε πάντα τον χειμώνα στις πόλεις και στην επαρχία.

Τι κάνουν όμως οι ενήλικοι αστοί, οι φαλακροί μεσήλικες; Αμηχανία. Κάτι τζόκεϊ βλέπουμε, χειμώνα-καλοκαίρι, και μάλλινα σκουφιά τον χειμώνα. Και κανα καλοκαιρινό αγορασμένο από τα τουριστικά είδη, στο νησί διακοπών. Αμήχανα μπαλώματα, δηλαδή, με άθλια πρακτικά και στυλιστικά αποτελέσματα.

Κι όμως, οι λύσεις είναι πολλές και ικανοποιούν κάθε γούστο, κάθε ανάγκη, κάθε εποχή και περίσταση. Καταρχάς, τον χειμώνα το καπέλο προστατεύει τα αποπτιλωμένα σκαλπ από τον υετό, την χιόνα, την πνοή του παγετού. Το καλοκαίρι αποτρέπει τα εγκαύματα της φαλακρίτσας και την ηλιοπληξία του εγκεφάλου. Προσοχή, δεν μιλάμε για στυλ και κάλλος, μιλάμε για υγεία και ευεξία.

Τούτων λεχθέντων, ας δούμε δυνατότητες χειμωνιάτικου πίλου εν Ελλάδι. Στην πόλη, παλαιότερα, το ενδυματολογικό και κοινωνικό πρωτόκολλο υπαγόρευσε στους αστούς μόνο πλατύγυρα καπέλα: ρεπούμπλικες (fedora, borsalino) και καβουράκια (trilby), και μάλιστα μόνον ορισμένα χρώματα: μαύρο, μπλε, γκρί, όχι καφέ. Οι τραγιάσκες και τα καβουράκια από τουίντ, οι μπερέδες και τα συναφή φοριούνταν από εργάτες και ειδικές επαγγελματικές ομάδες, είτε από αστούς στην εξοχή, τα σαββατοκύριακα, τις ώρες της σχόλης και της χαλάρωσης. Αυτό το πρωτόκολλο βέβαια έχει εξανεμιστεί σήμερα, ιδίως στην Ελλάδα, και ευτυχώς.

Σήμερα ο καθείς μπορεί να φορέσει ό,τι καπέλο του καπνίσει, όπου να ‘ναι. Μία προϋππόθεση κι εδώ, όπως σε όλο το ντύσιμο: το καπέλο να το φοράμε, όχι να μάς φοράει…

Τι θα φορούσαμε λοιπόν στην πόλη, τις κρύες μέρες; Ντυμένοι με κοστούμι και παλτό, θα διαλέγαμε μια ρεπούμπλικα, σε χρώμα γκρι σκούρο, καμηλό ή βαθυκάστανο-σοκολατί για πρωινές-απογευματινές ώρες, μπλε σκούρο ή μαύρο για βραδινές. Εναλλακτική της ρεπούμπλικας με τα πλατιά μπορ, είναι το καβουράκι ή trilby: ίδια φόρμα, αλλά αισθητά στενότερα μπορ. Και οι δύο τύποι κατασκευάζονται από μάλλινα πιλήματα: τσόχα (felt) από μαλλί merino ή, στις κορυφαίες ποιότητες, πίλημα από γούνα, συνήθως λαγού.

Η επιλογή καπέλου έχει να κάνει, μεταξύ άλλων, με το μέγεθος και σχήμα προσώπου, το μπόι, τη σωματική διάπλαση κ.ά. Ιδια κριτήρια λίγο-πολύ ισχύουν και για τις τραγιάσκες, χαμηλές ή πομπέ, φτιαγμένες από μάλλινο ύφασμα, συνήθως τουίντ σκωτσέζικο, ιρλανδικό, εγγλέζικο ή και ιταλικό, σε καρρώ σχέδια ή ψαροκόκκαλο, πιτισιλωτό κ.λπ. Η τραγιάσκα όμως φοριέται πιο σπορτίβικα, συνήθως πάνω από καμπαρντίνα, τουίντ σακάκι, ή τζάκετ στυλ Barbour.

Εξαιρετικό καπέλο, ειδικών αποστολών, ο μπερές. Φυσικά ο βάσκικος, ολόμαλλος, αδιάβροχος, συνήθως μπλε χρώματος, που φτιάχνεται στα Πυρηναία. Δεν φοριέται μόνο από καταραμένους καλλιτέχνες και μποέμ. Φοριέται και από urban warriors, και έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: εφαρμόζει τέλεια στο κεφάλι και δεν τον παίρνει ποτέ ο άνεμος, ακόμη και αν οδηγείτε μοτοσυκλέτα!

Μ υ σ τ ι κ ά

1. Μη φοράτε ποτέ το καπέλο σας ολόισια. Πάντα λοξά! Τι εννοούμε; Με ελαφρά κλίση προς τα εμπρός και κάτω, και ελαφρά κλίση προς το πλάι.

2. Μην παίρνετε φτηνά καπέλα. Προτιμήστε ένα ποιοτικό κομμάτι, που να σας ταιριάζει τέλεια, και προμηθευτείτε το από ειδικό μαγαζί.

3. Αν χάσει τη φόρμα του κι αν λεκιαστεί, διοχετεύστε πάνω του ατμό, διακεκομμένα (από τσαγερό, βραστήρα, ατμοσίδερο) και «φέρτε» το στα ίσια του με μαλακές κινήσεις των χεριών. Βουρτσίστε το, και περάστε το με ένα μαλακό μάλλινο πανί χωρίς χνούδι. Επαναλάβατε.

Fedora by Borsalino

Fedora πτυσσόμενη σε ρολό, by Lock & Co, London

Trilby

Τραγιάσκα τουίντ

Τραγιάσκα Ascot (πομπέ μονοκόμματη)

Ο γνήσιος βάσκικος μπερές

The Art of Wearing Clothes

Ενα κλασικό κείμενο για το αστικό ανδρικό ντύσιμο. Δημοσιεύθηκε το 1960, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό διατηρεί ακέραια την αξία των παρατηρήσεών του και, κυρίως, το πνεύμα και το στυλ.

The Art of Wearing Clothes, by George Frazier

The history of this rare masculine art and of the men who practice it supremely well.

Esquire magazine, September 1960

Gary Cooper

Many a vagrant vogue has prevailed and perished in the hundred-and-fifty-odd years since George Bryan (Beau) Brummell resigned from the tony Tenth Hussars upon being denied permission to wear a uniform of his own design, but the criterion by which men are adjudged either beautifully or badly dressed is still what it was in that dandified day when people cherished the belief that the Beau achieved the flawless fit of his gloves by having the fingers made by one man and the thumbs by another. Now, as then, an impeccably turned-out male is characterized by the same « certain exquisite propriety » of dress that Lord Byron admired so abundantly in Brummell. « If John Bull turns to look after you, » the Beau once observed, « you are not well-dressed, but either too stiff, too tight, or too fashionable. »

This was Brummell’s bequest—his irreproachably tasteful simplicity. What’s more, it is the one constant in the fickleness of fashion, nor has any mode, no matter how maniac, ever proved it spinach—neither the cult of pipe-stemmed perfection that caused any true Edwardian dandy to shudder at the thought of having, as Max Beerbohm put it, « the incomparable set of his trousers spoilt by the perching of any dear little child upon his knee »; nor the autograph-slickered, bell-bottomed callowness of the « cake-eaters » and « sheiks » who found their laureate in John Held, Jr.; nor the casual coolness of all the beer jackets of Princeton springtimes; nor the abortive and itinerant « Italian style »; nor, for that matter, even the natural-shouldered, pleatless-trousered look that is known as « Ivy League, » but that by any name at all would still be the Brooks Brothers No. 1 sack suit.

Prior to Brummell, men had dressed to almost freakish excess. Thus, according to Hayden’s Dictionary of Dates, Sir Walter Raleigh wore:

« . . . a white-satin-pinked vest close-sleeved to the wrist, and over the body a doublet finely flowered, and embroidered with pearls, and in the feather of his hat a large ruby and pearl drop at the bottom of the sprig in place of a button. His breeches, with his stockings and ribbon garters, fringed at the end, all white; and buff shoes, which, on great court days, were so gorgeously covered with precious stones as to have exceeded the value of 6,600 pounds; and he had a suit of armor of solid silver, with sword and hilt blazing with diamonds, rubies and pearls. »

Nor was Lord Buckingham, James I’s favorite, any shrinking violet either, for, as Hayden has it, he « had his diamonds tacked so loosely on [his robe] that when he chose to shake a few off on the ground, he obtained all the fame he desired from the pickers-up. » And then, too, there was Prince von Kaunitz, who achieved the desired shad of his wig by strolling back and forth while four lackeys sprayed it with different tints of scented powder. Indeed, in those pre-Brummell years, men were such peacocks that The Times of London used to describe their clothes in as minute and fascinated detail as it did women’s.

With the Beau’s arrival in London, however, restraint in male attire became the order of the day and, for that matter, of every debonair day thereafter. It is, in fact, almost impossible to exaggerate Brummell’s influence, for as Virginia Woolf has said, « Without a single noble, important, or valuable action to his credit, he cuts a figure; he stands for a symbol; his ghost walks among us still. » Indeed, because of him alone simplicity became the hallmark of the well-dressed man, whether he be a Victorian Prime Minister named Lord Melbourne, an American general named A. J. Drexel Biddle, a former Secretary of State named Dean Acheson, or a song-and-dance man out of Omaha named Fred Astaire.

συνεχίζεται

Από τον τζέντλεμαν έως τον δανδή

plaidjktdetail ja2

photo: The Sartorialist

Aς υποθέσουμε ότι διαβαθμίζουμε το αστικό ανδρικό ντύσιμο σε τρεις σκάλες, από το πιο τυπικό έως το πιο φανταιζί και προσωπικό: Ξεκινάμε λοιπόν από το τυπικό power suit του μπίζνεσμαν και του στελέχους, την corporate στολή· εδώ μετράνε η ομοιομορφία, οι φίρμες, το ατσάλινο χρώμα, η αυστηρή γραμμή. Ας πούμε, ανθρακί, κρεπ, χτισμένοι ώμοι· λευκό πουκάμισο, αυστηρή γραβάτα, μάυρα παπούτσια. Υπάκουο, κομφορμιστικό ντύσιμο, για ένα κομφορμιστικό, σχεδόν αυταρχικό περιβάλλον. Πολύ boring, αλλά υπό όρους αναπόφευκτη στολή. Κατά συντριπτική πλειονότητα, τα ρούχα, κοστούμια, πουκάμισα κ.λπ., είναι πρετ-α-πορτέ ή ημιέτοιμα, από ακριβές φίρμες ή μιμήσεις αυτών.

Το επόμενο στάδιο είναι το ντύσιμο του τζέντλεμαν. Ο τζέντλεμαν δεν δεσμεύεται από το εταιρικό ήθος των προηγουμένων· είναι συνήθως ελεύθερος επαγγελματίας (ή, το ιδανικό, εισοδηματίας) και ορίζει τους κανόνες του ο ίδιος. Τολμά (οφείλει να τολμά) συνδυασμούς χρωμάτων, υφάνσεων, μοτίβων, υλικών ― ακριβώς όπως τολμά νεωτερισμούς και καινοτομίες στη δουλειά του. Η σημασία δίδεται στη λεπτομέρεια και τη διακριτική εξατομίκευση ― όσο πρέπει. Το «όσο πρέπει» δεν το βρίσκεις χαραγμένο σε πέτρινες πλάκες, οφείλεις να το μάθεις μόνος σου, να το αισθάνεσαι, να το επανορίζεις κάθε τόσο, παρά να το παπαγαλίζεις. Κατά πλειοψηφία, τα ρούχα είναι ραμμένα κατά παραγγελία, ύστερα από προσεκτική προσωπική επιλογή του υφάσματος στον έμπορο, με διαδοχικές πρόβες στον ράφτη και την πουκαμισού κ.λπ.

Οι περισσότεροι καλόγουστοι και ψαγμένοι άνδρες τερματίζουν ενδυματολογικά και εννοιολογικά στο στάδιο του τζέντλεμαν. Φτάνουν κάποτε να διαλέξουν ένα ωραίο ύφασμα, να το κρατήσουν στα δάκτυλα τους, να το χαϊδέψουν, να παραγγείλουν τις τσέπες του παντελονιού ίσιες και τις πιέτες να κοιτούν προς τα μέσα, να φορούν ένα ρούχο φτιαγμένο ειδικά γι’ αυτούς, για τις ιδιοτροπίες και τα γούστα τους, για τον σωματότυπό τους. Σε αυτό το στάδιο, του τζέντλεμαν, ο άνδρας κινείται έξω από την τυραννία της μόδας, στην επικράτεια του στυλ και της ελεύθερης αυτοέκφρασης· αντιλαμβάνεται το ντύσιμο σαν αυτοέκφραση και όχι σαν συμμόρφωση.

 

brummellengrvfrmminiaturecharles_baudelaire

Σε αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο, της αυτοέκφρασης, αρχίζει το τελευταίο στάδιο, του δανδή. Αν ο τζέντλεμαν υπερβαίνει τα δεσμά της μόδας και του κομφορμισμού, ο δανδής  τα αποδομεί, τα περιφρονεί, τα κατεδαφίζει. Ο δανδισμός είναι η νιρβάνα του στυλ. Και ο δανδής είναι ποιητής. Και μάρτυρας. 

Οπως τα αρχέτυπα του δανδισμού, ο Σαρλ Μπωντλαίρ, ο Οσκαρ Ουάιλντ, ο Ωραίος Μπρούμελ, ο σημερινός και παντοτινός δανδής είναι έτοιμος να συγκρουστεί και να ματώσει, να θυσιαστεί, για το στυλ του, για τις ιδέες του, για την ατομικότητά του. Είναι ένας ελευθερόφρων, ένας παράφορος λιμπερτίνος, που μπορεί να φορά βαρύτιμα πουκάμισα αμφιβόλου καθαριότητος, να παραμένει πρίγκιπας σε ένα καταγώγιο, να περιφρονεί το πρωτόκολλο, να ποδοπατά τις φίρμες και τα brand names. 

H μοναδικότητά του εκφράζεται με εμμονές και λεπτομέρειες. Εμμονή στο παρδαλό μαντιλάκι στην τσέπη του σακκακιού, ένα αινιγματικό σμαραγδί ή ένα δαμασκηνό, ταιριασμένο σε υπόγεια αρμονία με τα γαιώδη τουίντ· εμμονή σε ένα μποέμικο καπέλο, ένα μαλακό τράβελερ φεντόρα από τρίχα λαγού, λίγο φθαρμένο, με μια πονεμένη ιστορία ενσωματωμένη στη φόδρα· εμμονή στις φούξια κάλτσες που κοντράρουν με το σύμπαν· εμμονή στις ξεκούμπωτες μανσέτες, που όμως δεν κρέμονται μακριές, αλλά ισορροπούν ακριβώς πριν τον καρπό· εμμονή σε μια ορισμένη καρφίτσα στο πέτο του βελούδινου μπλέιζερ. 

oscar-wilde11

Ο δανδισμός είναι μια ατέλειωτη διαδοχή εμμονών. Ελευθερωμένος από τις συμβάσεις και τις νόρμες, ο δανδής μπορεί να αφεθεί στην αυτοπραγμάτωση, στην αρμονική αυθαιρεσία. Από το “οσο πρέπει” του μετριοπαθούς τζέντλεμαν, πετά προς το ριψοκίνδυνο μα τόσο γοητευτικό “όσο αντέχω”. Οσο αντέξει.

Riot fashion

1

Οι ταραχές του Δεκεμβρίου ανά την επικράτεια μάς αλλάζουν πολλαπλώς: ψυχικά, πνευματικά, ηθικά. Εως και αισθητικά. Αλλωστε και ο μέγας Βιτγκενστάιν είχε πει «αισθητική κα ηθική είναι ένα και το αυτό».

Ας πούμε, τα δεκεμβριανά γεγονότα έφεραν στο προσκήνιο με δραματική ένταση διάφορα ενδυματολογικά εξαρτήματα: το φούτερ με κουκούλα, το περίφημο χούντι· την αυτοσχέδια κουκούλα· το μαντήλι στο στόμα και τη μύτη· το κασκόλ που σκεπάζει το πρόσωπο· τα γυαλιά μοτοσυκλετιστή· τις πράσινες μάσκες χειρουργείου· τις αντιασφυξιογόνες προσωπίδες. Συν ένα νέο μακιγιάζ προσώπου: γάλα μαγνησίας Maalox αραιωμένο σε νερό 1:1, ή αυτούσιο.

συνεχίζεται

Εσπεριδοειδή που φοριούνται

aroma4w1

 

«Η μυρωδιά της ήταν σαν να έβλεπες το Τaj Mahal με φεγγαρόφωτο». Ο μετρ του νουάρ Ρέιμοντ Τζάντλερ προσπαθεί να περιγράψει το άρωμα της μοιραίας κυρίας, και καταφεύγει σε μια συγκλονιστική μεταφορά.

Πώς αλλιώς να περιγράψεις την αισθησιακή δύναμη των αρωμάτων, τις μνήμες που ανακαλεί μια αρωματική ριπή, πώς να περιγράψεις με λόγια την πιο αρχέγονη απ’ τις αισθήσεις;

Πώς να περιγράψεις γιατί προτιμάς αυτή την κολώνια πάνω σου και γιατί σε συγκινεί η τάδε πάνω στον άλλο; Ας μη το περιγράψουμε. Ας περιπλανηθούμε στις οσμές και τις κολώνιες.

συνεχίζεται

On Some Faraway Beach*

Το φλογερό ελληνικό καλοκαίρι αποδιοργανώνει τα στυλ και τα ντυσίματα, μουλιάζει τα μυαλά, αποχαλινώνει τα ορμέμφυτα του kitsch. Δεν είναι κακό, μια στις τόσες να αφηνόμαστε χαλαροί στον κατακλυσμό του kitsch, μα προσοχή, να είμαστε χαλαροί και εν επιγνώσει της παρεκτροπής, η οποία παρεκτροπή είναι προσωρινή· όχι να θεωρούμε ότι αυτή είναι η φυσική τάξη πραγμάτων.

Στις διακοπές λοιπόν, αποτινάσσουμε τις αστικές συνήθειες του χειμώνα, επιστρέφουμε στον ευγενή άγριο που έχουμε μέσα μας. Αφήνουμε τα γένια να μακρύνουν, απαλλασσόμαστε από τον καθημερινό αγώνα του ξυρίσματος και του grooming. Κουρεύουμε τα μαλλιά πολύ κοντά, βουρτσάκι, ελαχιστοποιώντας έτσι τις ανάγκες λουσίματος και χτενίσματος. Το προκύπτον θερινό λουκ είναι μαλλί και γένι περίπου ισομήκη: καταληκτικό macho λουκ Ρωμαίου λεγεωναρίου, βετεράνου εκατόνταρχου ας πούμε, all time classic.

(έχει κι άλλο)

Πεζή ελεγεία για τη γραβάτα

Είπαμε, τα πουκάμισα είναι το πάθος, το ακόρεστο χάδι, η πλησμονή. Αλλά είναι και το απολύτως αναγκαίο ρούχο: άνευ του οποίου, ουδέν.

Αλλά η γραβάτα; Ποια η ανάγκη της; Ενα κομμάτι ευάλωτο μετάξι, ένα στολίδι που ψευτοκαλύπτει τον θώρακα… Ούτε ζέστη ούτε κρύο. Δεν προστατεύει, δεν θερμαίνει, δεν καλύπτει, δεν νοικοκυρεύει. Μόνο στολίζει.

Essential knowledge – Read the whole thing