Στολές για κοινωνικές υποχρεώσεις


Αγαπητοί αναγνώστες, σήμερα θα μιλήσουμε για στολές. Οχι τις στολές Πολεμικού Ναυτικού, Καταδρομέων, Πυροσβέστη ή Κοσμοναύτη, παρότι όλο το ανδρικό ντύσιμο και ιδίως το κοστούμι προέρχεται από τη στολή του στρατιώτη-αξιωματικού των νεοτέρων χρόνων. Θα μιλήσουμε για τις στολές-φορεσιές που απαιτούνται σε εξαιρετικές περιστάσεις του βίου, όταν ο κακώς εννοούμενος αναρχοατομικισμός στο ντύσιμο και το χύδην γούστο όχι μόνο δεν μπορούν να μας καλύψουν αλλά είναι βέβαιο ότι θα μας καταστρέψουν.

Τυχαίνει, ας πούμε, γάμος, κηδεία, επίσημο δείπνο, συνέντευξη για σημαντική εργασία. Τι φοράμε; Ο,τι μας κατέβει; Ή ό,τι αρμόζει στην περίσταση και στο κοινωνικό πρωτόκολλο, έστω σε αυτό το κουρελιασμένο πρωτόκολλο που ισχύει στη χώρα μας; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε λίγο και τους άλλους, όταν ντυνόμαστε; Οχι για να τους αρέσουμε, αλλά για να τους σεβαστούμε.

Η κηδεία λόγου χάριν απαιτεί σεβασμό των οικείων και απόδοση τιμής στον νεκρό. Η απόδοση τιμών στους νεκρούς σημαδεύει την έναρξη του πολιτισμού, σύμφωνα με τους εθνολόγους. Στη δική μας παράδοση, κηδεία=μαύρο. Μαύρο κοστούμι, μαύρο ή λευκό πουκάμισο, μαύρη γραβάτα ― αν είσθε στενός συγγενής. Αν όχι, αρκεί η μαύρη γραβάτα, με σκούρα ρούχα εννοείται. Μαύρα γυαλιά. Η κορδέλα γκρο στο μανίκι τείνει να καταργηθεί. Δεν πειραματιζόμαστε. Ποτέ.

Στον γάμο, ακόμη κι αν δεν είσθε γαμπρός ή κουμπάρος, το σοβαρό κομψό κοστούμι επιβάλλεται ― «βραδινό» αν είναι βράδυ και χειμώνας, «πρωινό», ελαφρότερο, για τις υπόλοιπες χρονικές/καιρικές περιστάσεις. Βραδινό κατά κανόνα σημαίνει bleu nuit. Αν είναι σταυρωτό, καλύτερα. Κατά παρέκκλιση και βραδινό γκρι σκούρο, εφόσον είναι από στιλπνό μοχαίρ ή μαλλί-μετάξι. Το καλοκαίρι, ένα λινό λευκό ή εκρού ή κιτρινομπέζ με μπλε σκούρα γραβάτα είναι σιγουράκι. Δεν αποκλείεται το μπλέιζερ. Μη διανοηθείτε morning coat με ουρά και λοιπά αγγλοσαξονικά· ανήκουν σε άλλη παράδοση. Κάποιοι δύσμοιροι γαμπροί φορούν κάτι σκυλοπόπ εκδοχές τους. Απλώς, don’t.

Στα βαφτίσια, χαλαρώστε. Τελούνται συνήθως πρωινά ή νωρίς απόγευμα, και κυρίως άνοιξη-καλοκαίρι. Αρα προνοήστε για τις υψηλές θερμοκρασίες, εντός και εκτός εκκλησίας, ή στις εξοχικές κραιπαλοταβέρνες κατόπιν. Επιβάλλονται ζωηρά χρώματα γραβάτας και ποσέτ, να βλέπει το μωρό να χαίρεται.

Επίσημο δείπνο. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν επιβάλλεται σμόκιν, ακόμη και σε δεξιώσεις στο Προεδρικό Μέγαρο. Αρκεσθείτε στο γνωστό bleu nuit, με λευκό πουκάμισο και διακριτική γραβάτα. Μη διανοηθείτε τίποτε γκρι γραφείου ή χοντροκαρουδάρες ή μπλέιζερ.

Γεύμα εργασίας: εδώ έρχεται και δένει το γκρι εργασίας. Από ανοιχτών τόνων έως ανθρακί. Τον χειμώνα, εννοείται φανέλα. Μονόχρωμη, pinstripe και βεβαίως Prince de Galle. Βεβαίως και τα αντίστοιχα worsted. Το μπλέιζερ ή ένα προσεγμένο σύνολο τουίντ δεν αποκλείονται ― ΔΕΝ είναι country, στην Ελλάδα βρισκόμαστε, όχι στο Σίτυ. Παρόμοια ισχύουν και για τη συνέντευξη προς εύρεση εργασίας. Μια παραίνεση εντέλει γι’ αυτό το περίφημο interview: Be yourself!

Και στο άλλο ιστορικό interview, την πρόταση γάμου; Τι φοράς όταν πάς να ζητήσεις την εκλεκτή σου από τους γονείς της; Be yourself, καταρχάς. Κι ύστερα, πρόβλεψε τις αισθητικές αντοχές των πεθερικών: αντέχουν σκουλαρίκια, τατουάζ, κοντοβράκια; Συμβουλέψου την fiancée. Προσαρμόσου.

Ξεχάσαμε καμιά άλλη τελετή; Θα επανέλθουμε με άλλες στολές.

Advertisements

Λινό καλοκαίρι

Νιώσε το καλοκαίρι σαν ρούχο. Τι νιώθεις; Το λινό.

Ακου τον ποιητή: «Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο» (Οδ. Ελύτης, Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό).

Πρόσεξε τον υποπρόξενο στο «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, κινηματογραφημένο από τον Τζόν Χιούστον. Ο αλκοολικός υποπρόξενος (Αλμπερτ Φίνεϊ) κατεβαίνει στην κόλασή του, στο ηφαίστειο, παραιτημένος από την υπέροχη γυναίκα του (Ζακλίν Μπισέ), φορώντας το εκρού λινό κοστούμι του. Ακου πώς τον τραγούδησαν τα Διαφάνα Κρίνα:

«Φύσα την καρδιά μου στην Οαχάκα
Ξέρω αργά ή γρήγορα πως θα χαθώ
Υβόν, μακριά σου δεν μπορώ να πάρω ανάσα
Μα θα διαλέξω εγώ πώς θα καταστραφώ.»

Ο υποπρόξενος με την υπέροχη γυναίκα του

Δες τον Χάρι Πέντελ, τον Ράφτη του Παναμά, άψογο μες στο εκρού λινό του, με γιλέκο, ραμμένο απ’ τον ίδιο σε γραμμή Σάβιλ Ρόου, σύμφωνα με την ιδιοφυϊα του συγγραφέα Τζον λε Καρέ. Φοράει μαύρη γραβάτα, ταλαιπωρείται, ιδρώνει, ουρλιάζει, λερώνεται, μα το εκρού λινό κοστούμι παραμένει ακέραιο, λαμπερό, διακριτικό, αρμόζον, στον τροπικό Παναμά. Το ίδιο αρμόζον και διακριτικό θα ήταν και στην καθ’ ημάς Μεσόγειο, στην Αθήνα, στον Αργοσαρωνικό, στις Κυκλάδες, στην Πελοπόννησο.

Ακου πώς φοράνε τα λινά κοστούμια τους οι Ναπολιτάνοι δανδήδες: ammappucciata, δηλαδή ατημέλητα, τσαλακωμένα, αφημένα στη ροή της μέρας και του θέρους. Σαν πουκάμισα…

Ιδού τι αφηγείται ο σπουδαίος ράφτης της Νάπολης Ρουμπινάτσι για τον πελάτη του πρίγκιπα Ζαν ντι Τζεράτσε:

Ο πρίγκιπας παράγγελνε τα κοστούμια σαν πουκάμισα: έξι λευκά-εκρού και έξι μπλε. Στη διάρκεια του μακρού μεσογειακού καλοκαιριού, φορούσε κάθε πρωί ένα απ΄αυτά τα κοστούμια, καλοσιδερωμένο. Το πουκάμισο ήταν σταθερά λευκό, και η γραβάτα μαύρη με λευκά πουά. Τίποτε άλλο, αυτή ήταν η στολή του καλοκαιριού. Ουσιαστικά, το πουκάμισο ήταν το σακάκι: ξέφοδρο, μαλακό, ριχτό, εύπλαστο, άχτιστο, έπαιρνε τη φόρμα του σώματος καθώς περνούσε η ώρα. Δεν έδειχνε σαν σακάκι.

Το λινό κοστούμι, εφόσον είναι σωστά φτιαγμένο (δηλαδή, λίγο φτιαγμένο, σχεδόν άφτιαχτο), δεν δείχνει, δεν φωνάζει, δεν αυτοπροβάλλεται. Ακριβώς έτσι απαιτεί το δικό μας θερμό καλοκαίρι: διακριτικότητα, σιγαλόφωνη κομψότητα, ευγένεια. Ο ποιητής δεν επιδεικνύει την τέχνη του, το κάλλος δεν φωνάζει για να επιβληθεί: απλώς υπάρχουν.

Χρωμα

Είπαμε, το αρχετυπικό χρώμα, άνευ του οποίου δεν νοείται λινή γκαρνταρόμπα, είναι το σπασμένο λευκό, το εκρού ή ζαχαρί ή ιβουάρ, κρεμ, έως το χρώμα της κιτρινίζουσας βανίλιας. Τούτου δοθέντος, πάμε κατόπιν προς το καπουτσίνο, το café au lait, έως τη σοκολάτα γάλακτος. Οπωσδήποτε και μπλε: μπλε Αιγαίου λίγο πριν το μελανί.

Υφασμα

Το ιρλανδέζικο είναι το ανώτερο για κοστούμι. Και το ακριβότερο. Είναι κατά κανόνα βαρύτερο, πτυχώνει πλούσια, πέφτει με χάρη. Μη το φοβηθείτε επειδή είναι βαρύτερο, δεν είναι κατ΄ανάγκην ζεστότερο. Γνωστότερα εργοστάσια: Bryson, MacNutt.

Το ιταλικό λινό είναι πιο φίνο, λεπτότερο, ελαφρύ. Τσαλακώνει πολύ περισσότερο, και μάλλον πιο απρόβλεπτα. Το λεπτό ιταλικό ταιριάζει περισσότερο σε παντελόνια, αλλά ας μην είμαστε απόλυτοι.

Τέλος, υπάρχει και το βελγικό λινό. Οι Βέλγοι έχουν μακρά παράδοση στα λινά, αλλά το βελγικό λινό για ανδρικά ρούχα είναι εξαιρετικά δυσεύρετο στην Ελλάδα.

Εξαρτηματα

Η σκούρα γραβάτα (μπλε, μαύρη) κοντράρει έξοχα στο λευκό λινό. Το πουκάμισο να είναι ουδέτερο, ας πούμε από ολόδροσο ύφασμα βουάλ. Χωρίς γραβάτα, ναι· αλλά τότε ένα μεταξωτό μαντιλάκι στην τσέπη, μια πινελιά φιλαρέσκειας τόση-δα μικρή. Παπούτσια στο χρώμα της κανέλας, δετά. Κολώνια εσπεριδοειδών.

Ποιος φοβάται το σταυρωτό κοστούμι;

Really sharp!

Το σταυρωτό κοστούμι τρομάζει. Παρά τις δόξες που έχει γνωρίσει, παρά την κομψότητα και το κύρος που φέρει, το σταυρωτό κοστούμι με τα μυτάτα πέτα, τρομάζει τους σημερινούς αστούς, επειδή συνοδεύεται από προκαταλήψεις, εν μέρει μόνο αληθείς. Η βασικότερη προκατάληψη που το συνοδέυει είναι: «το σταυρωτό ταιριάζει μόνο σε λιγνούς και ψηλούς, όχι σε κοντούς ή γεμάτους».

Τούτη η ρήση έχει στοιχεία αληθείας. Προκύπτουν εκ της φόρμας του σταυρωτού κοστουμιού. Πράγματι, στο μονόπετο κοστούμι υπερτερούν εμφανώς οι κατακόρυφες γραμμές των πέτων, που σχηματίζουν ένα οξυκόρυφο αντεστραμμένο V, προσδίδοντας έτσι στη σιλουέτα μια δυναμική προς τα άνω, και μια οπτική εντύπωση λεπτότητος στη μέση και διεύρυνσης στους ώμους. Στο σταυρωτό κοστούμι οι κατακόρυφες γραμμές του V των πέτων υπάρχουν ασφαλώς και προσδίδουν τη δυναμική τους, ωστόσο τώρα αυτή η κατακόρυφη δυναμική μετριάζεται από τις οριζόντιες γραμμές που σχηματίζουν αφενός η διπλή σειρά των κουμπιών (2Χ3), αφετέρου, η επικάλυψη του ενός πέτου από το άλλο.

Οι οριζόντιες γραμμές λοιπόν, οπτικά «αφαιρούν» ύψος, όπως ακριβώς κάνουν οι οριζόντιες ρίγες πουκάμισου ή πουλόβερ. Αυτό το εφέ δεν είναι επιθυμητό σε έναν βραχύσωμο τζέντλεμαν.

Αντιστοίχως, το σταυρωτό με έξι κουμπιά, εκ των οποίων κουμπώνουν τα δύο χαμηλότερα εσωτερικά (6-2), πράγματι δημιουργεί την εντύπωση ότι «τυλίγει» το σώμα. Αυτό το εφέ δεν κολακεύει τους προγάστορες, τους δείχνει φασκιωμένους, σχεδόν σαν σαλάμι.

Τούτων δοθέντων, ας δούμε πώς αντιμετωπίζεται το φάσκιωμα και το στούμπωμα.

Καταρχάς, ο ψυχολογικός παράγων: Αν νιώθετε απελπιστικά κοντός ή παχύς με οποιοδήποτε ρούχο, τότε ούτε το σταυρωτό θα βοηθήσει ασφαλώς. Αν, αντιθέτως, φοράτε τα ρούχα, και δεν σας φοράνε, τότε θα βρείτε τη βασιλική οδό…

Δεύτερον. Το σταυρωτό έχει παραλλαγές. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγετε στο κλασικό με έξι κουμπιά (6-2), με τα πέτα να «σταυρώνουν» ψηλά. Ο βραχύσωμος μπορεί να επιλέξει σταυρωτό με πέτα που «σταυρώνουν» πιο χαμηλά, και έξι κουμπιά εκ των οπόίων κουμπώνει το ένα (6-1) ή τέσσερα κουμπιά εκ των οποίων κουμπώνουν τα δύο ή το ένα (4-2 ή 4-1). Επιμηκύνοντας το άνοιγμα V στο θώρακα και μεταθέτοντας το «τύλιγμα» χαμηλότερα, εξουδετερώνονται, σε μεγάλο βαθμό, οι οριζοντιες γραμμές που επιβαρύνουν την βραχεία ή γεμάτη σιλουέτα.

Τρίτον. Το σχέδιο του υφάσματος. Η κομψή ρίγα του κλασικού pinstripe ή chalkstripe είναι η πλέον ενδεδειγμένη για το σταυρωτό κοστούμι, κι ακόμη περισσότερο για τους βραχύσωμους και εύσαρκους τζέντλεμαν. Αν φοβάστε το αυστηρό pinstripe για το πρώτο σας σταυρωτό, διαλέξτε ένα διακριτικό αχνό ψαροκόκκαλο.

T I P S


Xρώματα; Γκρί σκούρο, ανθρακί, μπλε ― αδύνατον να σφάλετε.

Ποιότητα; Ε, ναι, κι εδώ η φανέλα πρωταγωνιστεί, ιδίως σε σκούρο γκρι pinstripe. Βεβαίως και οποιοδήποτε καλό, «με σώμα» worsted ― με σώμα, για να πτυχώνει ωραία, ελεύθερα, να πέφτει και να χαρίζει. Σκεφθείτε οπωσδήπτε κι ένα ύφασμα μαλακό-στητό σε σχέδιο Πρενς ντε Γκαλ ― απαράμιλλο και αρρενωπό.

Λεπτομέρειες: Το παντελόνι του σταυρωτού κοστουμιού ας είναι με ρεβέρ. Και ας έχει λειτουργική μποτουνιέρα και στα δύο πέτα.

Πρενς ντε Γκαλ σταυρωτό, απαράμιλλα αρρενωπό...

Πολύχρωμο κοστούμι για την άνοιξη


Πολλοί γνωστοί μου προτιμούν για το καθημερινό ντύσιμό τους στην πόλη, το ντε πιες (deux pièces), δηλαδή ξεχωριστό σακάκι-παντελόνι. Το φορούν σαν κοστούμι, με γραβάτα και όλα τα εξαρτήματα, αλλά δεν είναι κοστούμι. Γιατί; Η προφανής απάντηση είναι ότι το ντε πιες είναι λιγότερο επίσημο, είναι πιο σπορτίφ, ίσως να φαίνεται και πιο νεανικό. Πράγματι, οι εργαζόμενοι σε όχι και τόσο απαιτητικά περιβάλλοντα, που δεν απαιτούν αυστηρό ένδυμα, αποφεύγουν το κοστούμι. Οι τελευταίοι “κοστουμάτοι” είναι οι δικηγόροι, κι αυτοί όχι πάντα.

Ενας άλλος κρυφός λόγος είναι το τι διατίθεται στην αγορά των ετοίμων. Τα κοστούμια που διατίθενται είναι πολύ λιγότερα σε ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων από τα σακάκια, πολιτική που επέβαλαν κυρίως οι Ιταλικοί μεγάλοι οίκοι. Τα κοστούμια είναι στην γκάμα του γκρι και του μπλε, με ρίγα ή χωρίς. Τα σακάκια είναι τα πάντα όλα… Αναγκαστικά λοιπόν, ο μη συνειδητοποιημένος αγοραστής, που ψωνίζει έτοιμα, θα προσελκυστεί από την πολυχρωμία και την ποικιλία του μονού σακακιού και όχι από την μονοτονία του “γκρί ή μπλε” κοστουμιού.

Τούτων λεχθέντων, ας θυμηθούμε, πρώτον, ότι οι γκαρνταρόμπες των δανδήδων και των τζέντλεμαν του 20ού αιώνα περείχαν πολύ περισσότερα κοστούμια από σακάκια (από τον Φρεντ Αστέρ και τον Κάρυ Γκράντ έως τον Δούκα του Ουίνδσορ και τον Τζάνι Ανιέλι).

Και, δεύτερον, ότι με την επιλογή υφάσματος κατάλληλου σχεδίου, χρώματος και υφής, το κοστούμι μπορεί να απογειωθεί και να δείξει πολύ λιγότερο επίσημο και μονότονο, πολύ περισσότερο σπορτίφ και ζωηρό από οποιοδήποτε ντε πιες. Σκεφτείτε μόνο πόσοι τόνοι του καφέ, του ξανθού, του γκρι μαζί με μπλε, του πράσινου και λαδί, του μπεζ με μπλε κ.ο.κ. υπάρχουν. Και πόσα σχέδια: μεγάλα αραιά καρρώ (windowpane), πτι καρρώ, πιε ντε πουλ, ρίγες λεπτές, ρίγες αραιές, ρίγες ανάμικτες, και βέβαια το ανεπανάληπτο, το πολυφίλητο, το μοναδικά αρρενωπό πρενς ντε γκαλ… Να μιλήσουμε και για υφές του πανιού; Φρεσκό, μοχαίρ, φανέλες, σολάρο, ψαροκόκκαλα, κοτλέ και βελούδα, λινά, κλασικά worsted, και τέλος η ανεξάντλητη πρακτικά γκάμα των τουίντ.

Μόνη προϋπόθεση για μια τέτοια πρωτότυπη και κυρίως ευέλικτη γκαρνταρόμπα είναι, αφενός, να ξεπεραστεί η προκατάληψη ότι το κοστούμι είναι πάντα επίσημο και βαρύ. Αφετέρου, να διευρύνουμε την έρευνά μας πέρα από το ράφι των “έτοιμων”. Ας δοκιμάσουμε το κοστούμι το ραμμένο επί μέτρω, το καθ’ ολοκληρίαν bespoke σε ράφτη, αλλά και το ετοιμοπαραγγελία (made to measure). Το επί μέτρω ράψιμο προσφέρει τη δυνατότητα επιλογής υφάσματος από μια πολύ μεγάλη γκάμα υφασμάτων, πρακτικά ανεξάντλητη. Κι όσο για το κόστος: Λογαριάστε πόσο κοστίζει ένα πρωτότυπο fancy σύνολο ντε πιες από επώνυμο κατασκευαστή (Zegna, Kiton, Brioni, Canali κ.λπ.). E, λοιπόν, με σημαντικά μικρότερο από αυτό το κόστος μπορείτε να ράψετε στα μέτρα σας ένα υπέροχο, πολύχρωμο, και προπάντων μοναδικό κοστούμι, με το καλύτερο ύφασμα, για να σας συντροφεύει με τη μοναδικότητά του για πολλά πολλά χρόνια.

Καλή, πολύχρωμη άνοιξη!

The Art of Wearing Clothes

Ενα κλασικό κείμενο για το αστικό ανδρικό ντύσιμο. Δημοσιεύθηκε το 1960, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό διατηρεί ακέραια την αξία των παρατηρήσεών του και, κυρίως, το πνεύμα και το στυλ.

The Art of Wearing Clothes, by George Frazier

The history of this rare masculine art and of the men who practice it supremely well.

Esquire magazine, September 1960

Gary Cooper

Many a vagrant vogue has prevailed and perished in the hundred-and-fifty-odd years since George Bryan (Beau) Brummell resigned from the tony Tenth Hussars upon being denied permission to wear a uniform of his own design, but the criterion by which men are adjudged either beautifully or badly dressed is still what it was in that dandified day when people cherished the belief that the Beau achieved the flawless fit of his gloves by having the fingers made by one man and the thumbs by another. Now, as then, an impeccably turned-out male is characterized by the same « certain exquisite propriety » of dress that Lord Byron admired so abundantly in Brummell. « If John Bull turns to look after you, » the Beau once observed, « you are not well-dressed, but either too stiff, too tight, or too fashionable. »

This was Brummell’s bequest—his irreproachably tasteful simplicity. What’s more, it is the one constant in the fickleness of fashion, nor has any mode, no matter how maniac, ever proved it spinach—neither the cult of pipe-stemmed perfection that caused any true Edwardian dandy to shudder at the thought of having, as Max Beerbohm put it, « the incomparable set of his trousers spoilt by the perching of any dear little child upon his knee »; nor the autograph-slickered, bell-bottomed callowness of the « cake-eaters » and « sheiks » who found their laureate in John Held, Jr.; nor the casual coolness of all the beer jackets of Princeton springtimes; nor the abortive and itinerant « Italian style »; nor, for that matter, even the natural-shouldered, pleatless-trousered look that is known as « Ivy League, » but that by any name at all would still be the Brooks Brothers No. 1 sack suit.

Prior to Brummell, men had dressed to almost freakish excess. Thus, according to Hayden’s Dictionary of Dates, Sir Walter Raleigh wore:

« . . . a white-satin-pinked vest close-sleeved to the wrist, and over the body a doublet finely flowered, and embroidered with pearls, and in the feather of his hat a large ruby and pearl drop at the bottom of the sprig in place of a button. His breeches, with his stockings and ribbon garters, fringed at the end, all white; and buff shoes, which, on great court days, were so gorgeously covered with precious stones as to have exceeded the value of 6,600 pounds; and he had a suit of armor of solid silver, with sword and hilt blazing with diamonds, rubies and pearls. »

Nor was Lord Buckingham, James I’s favorite, any shrinking violet either, for, as Hayden has it, he « had his diamonds tacked so loosely on [his robe] that when he chose to shake a few off on the ground, he obtained all the fame he desired from the pickers-up. » And then, too, there was Prince von Kaunitz, who achieved the desired shad of his wig by strolling back and forth while four lackeys sprayed it with different tints of scented powder. Indeed, in those pre-Brummell years, men were such peacocks that The Times of London used to describe their clothes in as minute and fascinated detail as it did women’s.

With the Beau’s arrival in London, however, restraint in male attire became the order of the day and, for that matter, of every debonair day thereafter. It is, in fact, almost impossible to exaggerate Brummell’s influence, for as Virginia Woolf has said, « Without a single noble, important, or valuable action to his credit, he cuts a figure; he stands for a symbol; his ghost walks among us still. » Indeed, because of him alone simplicity became the hallmark of the well-dressed man, whether he be a Victorian Prime Minister named Lord Melbourne, an American general named A. J. Drexel Biddle, a former Secretary of State named Dean Acheson, or a song-and-dance man out of Omaha named Fred Astaire.

συνεχίζεται

Φανέλας εγκώμιον (Τhe grey flannel suit)

50346728

Kαθώς ο καιρός ψυχραίνει και ο ήλιος κρύβεται νωρίς, αδημονώ. Αδημονώ να κρυώσει κι άλλο ο καιρός, να γκριζάρει ο ουρανός, για να βγάλω από την ντουλάπα το γκρι φανελένιο κοστούμι.

Λατρεύω τη φανέλα. Λατρεύω την αίσθηση του μαλακού μάλλινου, το διακριτικό πέλος της, το αφράτο και ελαφρότατα “τσιμπητικό” άγγιγμά της στο δέρμα, το απαλό και βαρύ πέσιμο των πτυχών, το λεπτό της τσαλάκωμα, τη θέρμη και την οικειότητα που μεταδίδει στο σώμα.

Είναι η εμβληματική ανδρική φορεσιά (μαζί ίσως με το κρεμ λινό κοστούμι για το καλοκαίρι, περίπου αυτό που φορούσε ο Υποπρόξενος στο “Κάτω από το ηφαίστειο” του Μ. Λόουρι, κινηματογραφημένο από τον Τζον Χιούστον). Προσοχή, δεν εννοώ ότι το Γκρι Φανελένιο Κοστούμι είναι το ίδιο ακριβώς, κυρίως ιδεολογικά και ψυχολογικά, με αυτό το γκρι που φοράει ο Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία «The man with the grey flannel suit». Αυτό, της ταινίας του 1956, είναι το συμβολικά θλιβερό κοστούμι της απέραντης τάξης των χαρτογιακάδων, των υπαλλήλων γραφείου, του κόσμου που αναδυόταν ορμητικός μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο. Αυτό ήταν το αρχετυπικό business suit.

Το δικό μας γκρι φανελένιο κοστούμι δεν ειναι τόσο θλιβερό, ούτε μόνον business suit.  Είναι βεβαίως κοστούμι μπαλαντέρ, είναι αυτό που πρέπει όλοι οι άνδρες να έχουν στην ντουλάπα τους, αλλά είναι κι ένα κοστούμι δανδή. Δανδή; Ναι. Είναι τόσο διακριτικό, τόσο “αόρατο”, που μπορεί να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε, με την προσθήκη των κατάλληλων αξεσουάρ.

Λόγου χάριν, η απλούστερη και πιο σίγουρη σύνθεση:  Γαλάζιο σιελ πουκάμισο και σκούρα μπλε γραβάτα. Τίποτε άλλο ― διακριτική εμφάνιση πάνθηρα του άστεως. Ή: ροζ φιλ-α-φιλ πουκάμισο (δεκτόν και όξφορντ) με σκούρα βυσσινί ή μαύρη γραβάτα. Προσοχή στην υφή της γραβάτας: η χνουδάτη φανέλα απαιτεί πλεχτή ή μπροκάρ γραβατα, βαριά· οπωσδήποτε όχι σατέν ή εμπριμέ. Προσθέστε ένα ατίθασο μαντιλάκι στο σακάκι (φίνο μετάξι να ξεπροβάλλει από την φανέλα, εδώ ζητείται η κόντρα στις υφές). Περιττόν ειπείν, η φανέλα απαιτεί απεγνωσμένα καστόρινα παπούτσια, βαθυκάστανα. Voilà!

dblovat1

Ποια φανέλα ακριβώς

ΧΡΩΜΑ. Είπαμε γκρίζα. Εννούμε, σκούρα, προς το ανθρακί ή το μμολυβί, αλλά έναν  τόνο πιο ανοιχτή. Οχι σχεδον μαύρη. Και όχι σχεδόν σταχτιά, ξέξασπρη. Καλοδεχτη βεβαίως και με ρίγα, αχνή πάντα, σαν κιμωλία: chalk stripe. Δεκτή και με λεπτό καρρώ, και η Πρενς ντε Γκαλ, σε γκρι πάντα. Δεκτή και σε καφέ, θερμό πάντα, και σε μπλε, σκούρο.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ. Α, εφευρέτες είναι οι Εγγλέζοι… O Fox, ας πούμε, και οι Smith, Harrison, Lesser, J.J. Minnis είναι βρετανικοί οίκοι που προσφέρουν θαυμάσιες φανέλες· ό,τι και να διαλέξεις απ’ αυτους, πέφτεις μέσα. Επίσης οι Iταλοί φτιάχνουν φανέλες αξιοσημειωτα φίνες και ελαφριές, κατάλληλες για το μεσογειακό μας κλιμα· θα κοιτούσα του Barberis Canonico και του Zegna.

ΥΣΤΑΤΟΝ: Η φανέλα ροντάρει με τον χρόνο. Αποκτά πατίνα. Τρίβεται στους αγκώνες, στα γόνατα κ.λπ. Δεν πειράζει, αυτή είναι η ομορφιά της. Επίσης, αν δεν προσέξετε τον Χρυσό Κανόνα (=εναλλαγή κοστουμιών, rotation!), μπορεί να ξεχειλώσει, να κάνει “γόνατα” π.χ. το παντελόνι. Αφήνετέ την να ξεκουράζεται.

Φθινοπωρινό πρότζεκτ: Μπλέιζερ πολυκοστούμι

Φθινοπωρινό πρότζεκτ:
Μπλέιζερ πολυκοστούμι
Ο καλύτερος καιρός για αναδιοργάνωση της γκαρνταρόμπας είναι το πρώιμο φθινόπωρο, ο Σεπτέμβρης. Οι ράφτες επιστρέφουν ξεκούραστοι από διακοπές, και δεν έχουν φόρτο εργασίας ― οι γαμπροί έχουν τελειώσει αφού οι γάμοι έχουν γίνει μες στο καλοκαίρι, κι οι Ελληνες άλλωστε ντύνονται τελευταία στιγμή. Αρα, τέλειο τάιμινγκ για οργάνωση των ενδυματολογικών πρότζεκτ.
Καταρχάς σχεδιασμός: Τι λείπει από την γκαρνταρόμπα μας; Η πείρα των προηγούμενων σεζόν μάς οδηγεί. Κι ακόμη, το κέφι μας: Τι επιθυμούμε διακαώς να φορέσουμε φέτος; Ενα αρρενωπό τουίντ σακάκι; Ενα φανελένιο χνουδάτο κοστούμι; Ενα κασμιρένιο παλτό; Παίρνουμε σοβαρά την επιθυμία, τη λόξα· δεν ντυνόμαστε για το κρύο, ούτε γιατί το επιβάλλει κάποιο πρωτόκολλο… Αλλά για να το αισθανόμαστε.
Καταλήγουμε λοιπόν στους στόχους. Ας πούμε, σε ένα μπλέιζερ, που θα αντικαταστήσει το παλιό, αγαπημένο μα φθαρμένο πια. Τι λειτουργία θα επιτελέσει το μπλέιζερ; Είναι ελβετικός σουγιάς, πολυεργαλείο, μπαλαντέρ. Ας διευρύνουμε αυτή τη λειτουργία του. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα είναι να φτιάξουμε το «πολυκοστούμι μπλέιζερ». Εξηγούμαι: Μαζί με το σακάκι-μπλέιζερ, φτιάχνουμε και το ταιριαστό του παντελόνι. Ετσι ώστε να μπορούμε να το φορέσουμε και σαν μπλε κοστούμι, αλλά και χωριστά, ντε πιες, με τα ανάλογα παντελόνια: γκρίζα φανέλα οπωσδήποτε, αλλά και λαδί γκαμπαρντίνα, και κανελί κοτλέ και χακί chino και ό,τι εν γένει ταιριάζει με ένα μπλέιζερ μπλου… Δηλαδή, με θεμέλιο το μπλέιζερ, στήνουμε ένα πολυκοστούμι, ιδανικό για ολιγοήμερα επαγγελματικά ταξίδια, αφού με ένα σακκάκι, τρία παντελόνια και τρία-τέσσερα πουκάμισα εξασφαλίζουμε πολλαπλάσιες αυτοτελείς εμφανίσεις.
Τι ύφασμα γαι το μπλέιζερ; Ιδανικό είναι το fresco, ύφασμα σταθερό, ατσαλάκωτο, ανθεκτικό και δροσερό· φοριέται ολοχρονίς, εκτός καλοκαιριού. Το fresco μπορείτε να το βρείτε και σαν High Twister, δηλ. με πολύ στριμμένο νήμα και αραιή σχετικά ύφανση, ή σαν “ψάθα”. Τέλειο επίσης, αλλά με βραχύτερη εποχική γκάμα είναι και το hopsack.
Προσοχή στο στυλ του μπλέιζερ: Θα του “κλέψουμε” το ορίτζιναλ σχέδιο με τα μεταλλικά, χρυσαφιά ή ασημιά, κουμπιά, αφενός. Θα προτιμήσουμε ωραία κοκκάλινα, ταρταρούγα, καφετί-κανελλί με “νερά”. Αυτό το κουμπί επιτρέπει στο σακκάκι να παίξει το διπλό του ρόλο: και σαν μέρος μπλε κοστουμιού και σαν ανεξάρτητο μπλέιζερ. Δεύτερο “κλέψιμο”: Δεν το κάνουμε σταυρωτό, αλλά μονόπετο, με δύο κουμπιά κατά προτίμησιν.
Το πρότζεκτ θα ολοκληρωθεί με την επιλογή παντελονιών. Οπωσδήποτε μια κλασική, αξεπέραστη φανέλα. Γκρίζα σκούρα, έως ανθρακί, ασφαλώς. Οχι πολύ βαριά, αφετέρου ― παρότι η γνήσια βαριά (Harrison, Smith, Lesser) έχει άλλη χάρη. Αλλά είπαμε, θέλουμε πολυκοστούμι-εργαλείο παντός καιρού και πάσης περιστάσεως. Ελαφρές φανέλες προσφέρουν και αγγλικοί οίκοι, αλλά και ιταλικοί (Zegna, Barberis Canonico).  Προσθέστε μια γκαμπαρντίνα, κατά προτίμησιν σε λαδί χρώμα: έχει εξαίρετο πέσιμο κι είναι ευκολοφόρετη, μόνο που ”γυαλίζει” με την πάροδο του χρόνου.
Τέλος, παπούτσια. Καστόρια, σουέντ…! Ζεστό καστανό έως σκούρο, βαθύ, δετά Oxford ή και Monk με αγκράφα, τα καστόρια είναι τα ιδανικά για τη φανέλα αλλά και για το μπλε κοστούμι.
Κάλτσα; Ε, λένε ό,τι πάει με το παντελόνι. ΟΚ, η ανθρακί είναι σιγουράκι, αλλά τι δανδής είσαι αν δεν στάξεις μια δόση τρέλας εκεί; Πάρε το χρώμα της κάλτσας από το πουκάμισο ή απ΄τη γραβάτα ή απ’ το μαντιλάκι ή απ΄την παλέτα της φαντασίας (φαντάζομαι φούξια βαθύχροη, θερμό κεραμιδί, σμαραγδί…)

Blazer_Whife

Ο καλύτερος καιρός για αναδιοργάνωση της γκαρνταρόμπας είναι το πρώιμο φθινόπωρο, ο Σεπτέμβρης. Οι ράφτες επιστρέφουν ξεκούραστοι από διακοπές, και δεν έχουν φόρτο εργασίας ― οι γαμπροί έχουν τελειώσει αφού οι γάμοι έχουν γίνει μες στο καλοκαίρι, κι οι Ελληνες άλλωστε ντύνονται τελευταία στιγμή. Αρα, τέλειο τάιμινγκ για οργάνωση των ενδυματολογικών πρότζεκτ.

Καταρχάς σχεδιασμός: Τι λείπει από την γκαρνταρόμπα μας; Η πείρα των προηγούμενων σεζόν μάς οδηγεί. Κι ακόμη, το κέφι μας: Τι επιθυμούμε διακαώς να φορέσουμε φέτος; Ενα αρρενωπό τουίντ σακάκι; Ενα φανελένιο χνουδάτο κοστούμι; Ενα κασμιρένιο παλτό; Παίρνουμε σοβαρά την επιθυμία, τη λόξα· δεν ντυνόμαστε για το κρύο, ούτε γιατί το επιβάλλει κάποιο πρωτόκολλο… Αλλά για να το αισθανόμαστε.

Καταλήγουμε λοιπόν στους στόχους. Ας πούμε, σε ένα μπλέιζερ, που θα αντικαταστήσει το παλιό, αγαπημένο μα φθαρμένο πια. Τι λειτουργία θα επιτελέσει το μπλέιζερ; Είναι ελβετικός σουγιάς, πολυεργαλείο, μπαλαντέρ. Ας διευρύνουμε αυτή τη λειτουργία του. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα είναι να φτιάξουμε το «πολυκοστούμι μπλέιζερ». Εξηγούμαι: Μαζί με το σακάκι-μπλέιζερ, φτιάχνουμε και το ταιριαστό του παντελόνι. Ετσι ώστε να μπορούμε να το φορέσουμε και σαν μπλε κοστούμι, αλλά και χωριστά, ντε πιες, με τα ανάλογα παντελόνια: γκρίζα φανέλα οπωσδήποτε, αλλά και λαδί γκαμπαρντίνα, και κανελί κοτλέ και χακί chino και ό,τι εν γένει ταιριάζει με ένα μπλέιζερ μπλου… Δηλαδή, με θεμέλιο το μπλέιζερ, στήνουμε ένα πολυκοστούμι, ιδανικό για ολιγοήμερα επαγγελματικά ταξίδια, αφού με ένα σακκάκι, τρία παντελόνια και τρία-τέσσερα πουκάμισα εξασφαλίζουμε πολλαπλάσιες αυτοτελείς εμφανίσεις.

Τι ύφασμα γαι το μπλέιζερ; Ιδανικό είναι το fresco, ύφασμα σταθερό, ατσαλάκωτο, ανθεκτικό και δροσερό· φοριέται ολοχρονίς, εκτός καλοκαιριού. Το fresco μπορείτε να το βρείτε και σαν High Twister, δηλ. με πολύ στριμμένο νήμα και αραιή σχετικά ύφανση, ή σαν “ψάθα”. Τέλειο επίσης, αλλά με βραχύτερη εποχική γκάμα είναι και το hopsack.

Προσοχή στο στυλ του μπλέιζερ: Θα του “κλέψουμε” το ορίτζιναλ σχέδιο με τα μεταλλικά, χρυσαφιά ή ασημιά, κουμπιά, αφενός. Θα προτιμήσουμε ωραία κοκκάλινα, ταρταρούγα, καφετί-κανελλί με “νερά”. Αυτό το κουμπί επιτρέπει στο σακκάκι να παίξει το διπλό του ρόλο: και σαν μέρος μπλε κοστουμιού και σαν ανεξάρτητο μπλέιζερ. Δεύτερο “κλέψιμο”: Δεν το κάνουμε σταυρωτό, αλλά μονόπετο, με δύο κουμπιά κατά προτίμησιν.

Το πρότζεκτ θα ολοκληρωθεί με την επιλογή παντελονιών. Οπωσδήποτε μια κλασική, αξεπέραστη φανέλα. Γκρίζα σκούρα, έως ανθρακί, ασφαλώς. Οχι πολύ βαριά, αφετέρου ― παρότι η γνήσια βαριά (Harrison, Smith, Lesser, Fox) έχει άλλη χάρη. Αλλά είπαμε, θέλουμε πολυκοστούμι-εργαλείο παντός καιρού και πάσης περιστάσεως. Ελαφρές φανέλες προσφέρουν και αγγλικοί οίκοι, αλλά και ιταλικοί (Zegna, Barberis Canonico).  Προσθέστε μια γκαμπαρντίνα, κατά προτίμησιν σε λαδί χρώμα: έχει εξαίρετο πέσιμο κι είναι ευκολοφόρετη, μόνο που ”γυαλίζει” με την πάροδο του χρόνου.

Τέλος, παπούτσια. Καστόρια, σουέντ…! Ζεστό καστανό έως σκούρο, βαθύ, δετά Oxford ή και Monk με αγκράφα, τα καστόρια είναι τα ιδανικά για τη φανέλα αλλά και για το μπλε κοστούμι.

Κάλτσα; Ε, λένε ό,τι πάει με το παντελόνι. ΟΚ, η ανθρακί είναι σιγουράκι, αλλά τι δανδής είσαι αν δεν στάξεις μια δόση τρέλας εκεί; Πάρε το χρώμα της κάλτσας από το πουκάμισο ή απ΄τη γραβάτα ή απ’ το μαντιλάκι ή απ΄την παλέτα της φαντασίας (φαντάζομαι φούξια βαθύχροη, θερμό κεραμιδί, σμαραγδί…)

Ανοιξη προς καλοκαίρι

parkGK6w

Οι ολάνθιστες μοσχοβολιστές νεραντζιές ειδοποιούν: άνοιξη! Η οποία συνήθως κρατάει λίγο, τόσο όσο να μας τρελάνει, με ορμονικές αναστατώσεις, ρομαντικές μελαγχολίες και εαρινές αλλεργίες… Σύντομη τόσο όσο να μας τρελάνει και ενδυματολογικά: καυτερές λιακάδες και δριμείες υγρασίες (αχ! οι αρθρώσεις), μεταίχμιο που οδηγεί ασφαλώς στον γλυκύ Μάιο, σε πρώιμο καλοκαιράκι, προτού πλακώσουν βιαστικοί καύσωνες Ιουνίου.

συνεχίζεται

Κοστούμι παντός καιρού ― σχεδόν…

Καθώς χειμωνιάζει είναι πολύ πιθανόν να σκεφτόμαστε ήδη μια ανανέωση στην γκαρνταρόμπα· καινούργιο κοστούμι, σακάκι κ.λπ. Δύο σκέψεις: ο φετινός χειμώνας θα είναι σφιχτός οικονομικά, αφενός· άρα κινούμεθα προς ρούχα καλά μεν και ποιοτικά, αλλά ευέλικτα και παντός καιρού, έτσι ώστε να έχουν το μέγιστο value for money. Υπενθυμίζουμε: value for money δεν είναι το φτηνό, που θα δείξει έτσι κι αλλιώς τις αδυναμίες του, αλλά το καλό, αυτό που θα διαρκέσει, θα φορεθεί σε κάθε περίσταση και θα το ευχαριστηθούμε.

Αφετέρου, κι αυτό τον χειμώνα θα τον περάσουμε σε θερμαινόμενα κτίρια· άρα τα ρούχα μας δεν πρέπει σε καμία περίτπωση να είναι βαριά, «θερμαντικά», αλλά ελαφριά, άνετα, ευέλικτα, ικανά να φοριούνται από τον βροχερό Σεπτέμβριο έως και τον Μάιο. Το τέτοιας εμβέλειας ρούχο συνήθως το αποκαλούν Four Seasons· εγώ θα το αποκαλούσα συμβατικά ντεμί-σεζόν ή Three Seasons: φθινόπωρο – χειμώνας – άνοιξη· το μεσογειακό καλοκαίρι, το σχεδόν υποτροπικό πια, απαιτεί δική του, ξεχωριστή ενδυματολογική αντιμετώπιση.

συνεχίζεται

Πιέτες, πέτα, πτυχώσεις

Τα ανδρικά υφάσματα

fodres.jpg

Το κοστούμι ορίζει τον άνδρα που το φοράει. Και το κοστούμι ορίζεται από τρία στοιχεία: ύφασμα, ράψιμο, γραμμή. Και τα τρία εξελίσσονται μες στο χρόνο, και τα τρία στοιχεία διατηρούν κάποιες βασικές αρχές αναλλοίωτες, και τα τρία έχουν επηρεαστεί από τον ραγδαίο εκμηχανισμό της κατασκευής ρούχων.

Το ύφασμα έχει υποστεί τις βαθύτερες, παρότι λιγότερο φανερές, αλλαγές, όχι μόνο εξαιτίας της βελτιούμενης τεχνολογίας ύφανσης και των τεχνητών ινών, αλλά και λόγω της αυξανόμενης αστικοποίησης της ζωής και του γενικευμένου κλιματισμού στα κτίρια κατοικίας και εργασίας.

Essential knowledge – Read the whole thing