Από τη μία πανοπλία, στην άλλη

Μες στον ζόφο της κρίσης και της ανασφάλειας, ετοιμαζόσουν να βγεις στον πόλεμο το πρωί, ακούγοντας ανακοινωθέντα τρόμου από το ράδιο. Πώς να αντιμετωπίσεις άλλη μια μέρα μεσα σ’ αυτή τη σκληρή πραγματικότητα; Το ζεστό ντους και το ξύρισμα βοηθούν πάντα, άρα ξεκινούσες έτσι. Και κατόπιν, διάλεγες την πανοπλία του urban warrior για να βγεις στα παγωμένα πεδία των μαχών.

Η ασφαλέστερη, και πιο αγαπημένη, πανοπλία είναι ένα φανελένιο κοστούμι, γκρι, μπλε, καστανό, μονόχρωμο, ριγέ, πρενς ντε γκαλ, γουατέβερ… Η επιτομή του αρρενωπού ντυσίματος στην πόλη, και η κορύφωση της θαλπωρής. Μια-δυο πινελιές μεταξιού πάνω στο χνουδωτό μαλλί, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ· παπούτσια καστόρινα κατά προτίμησιν, εφόσον δεν βρέχει, κι ύστερα το μαλακό ζεστό παλτό να αγκαλιάσει το όλον, ένα Chesterfield κλασικό και ήσυχο, ή ένα σταυροκούμπωτο με επιβλητικούς μυτάτους γιακάδες, πιο βαρύ. Βαμβάκι, μαλλί merino, μετάξι τυλίγουν το σώμα. Και ολίγο κασμίρ: ως πρόσμιξη μέσα στα υφάσματα, και 100% στο κασκόλ οπωσσδήποτε. Κι αν βρέχει, καμπαρντίνα.

Δοκιμασμένη στολή, σίγουρη πανοπλία, αποτροπαϊκή, ικανή να προστατέψει και να αποτρέψει τα κακά, να δώσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Kάπως έτσι, με εκδορές και απώλειες, πάντως ακέραιοι, περάσαμε τον ακάνθινο χειμώνα 2011-12.

Τώρα όμως μπήκε άνοιξη. Και οι δυσχέρειες συνεχίζονται. Πώς τις αντιμετωπίζουμε ενδυματολογικά; Συνοψίζουμε. Ασφαλώς οι πολυαγαπημένες φανέλες, τα παλτά και τα κασμιρένια κασκόλ ανεβαίνουν στις πάνω ντουλάπες ― εννοείται, καλοβουρτσισμένα, σιδερωμένα και με μπόλικη καμφορά-ναφθαλίνη. Κατεβαίνουν τα ντεμί σεζόν, ελαφρά worsted, fresco, ψάθες, σύμμικτα μάλλινα με μετάξι ή λινό, ρούχα ταιριαστά για θερμοκρασίες 12-25 βαθμών Κελσίου, αλλά και ικανά να πέφτουν στρωτά, χυτά, να κρατάνε τη φόρμα τους. Το λεγόμενο ντεμί σεζόν είναι ίσως το δημοφιλέστερο και πιο χρήσιμο ρούχο (δηλαδή, κοστούμι) στο υπέροχο μεσογειακό κλίμα της υπέροχης μεσογειακής μας χώρας. Φοριέται Σεμπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, δηλαδή καλύπτει άνετα τον μισό χρόνο. Αν μάλιστα κινείσθε πολύ σε κλειστούς κλιματιζόμενους χώρους, φοράτε τα ντεμί σεζόν και δέκα μήνες, εκτός Ιουλίου-Αυγούστου. (Αλλά χάνετε τη θαλπωρή και το απαράμιλλο στυλ της φανέλας…)

Την άνοιξη η έμφαση δίδεται στα χρώματα· το απαιτεί το φως της εποχής, αλλά και η ανθισμένη φύση. Γαλάζιο, από σιελ βαπτιστικό έως μεσαίο μπλε· πράσινο, από βεραμάν και τσαγαλί, έως ζωηρό σμαραγδί· ροζ, προς το ροδί, όχι βαπτιστικό· βερυκοκκί και ροδακινί, και τα λοιπά. Τόνοι παστέλ γενικά, αλλά όχι ψόφια χρώματα ούτε πλακάτα, ζωηρά αλλά όχι εκτυφλωτικά: το μεσογειακό φως δεν συγχωρεί.

Πού βάζουμε το χρώμα; Στο πουκάμισο καταρχάς, ιδίως αν το φοράμε χωρίς γραβάτα, και εφόσον περιέχει ρίγες ή καρρώ. Στη γραβάτα επίσης: την άνοιξη η γραβάτα μπορεί να ξεφύγει από τη σιγουράτζα του σιδηρού κανόνα «γραβάτα διακριτική, μονόχρωμη, σκούρα». Στο μαντιλάκι ποσέτ οπωσδήποτε. Στις κάλτσες. Στο πόλο ή ζιλέ από βαμβάκι, οπωσδήποτε. Τέλος, στο ίδιο το κοστούμι ή το σακάκι: τώρα είναι ο καιρός για πράσινο κοστούμι, για θερμό μίγμα χρωμάτων στο πρενς ντε γκαλ, για κρεμ-μπεζ κ.ο.κ.

Ζητάει και η άνοιξη τις στολές της: ελαφρές και ζωηρές, για πελταστές και ταχείς ιππείς.

Advertisements

Τουίντ, τουίντ, τουίντ

Επιτέλους χειμώνας! Καιρός για τουίντ, καιρός για βαριά κοτλέ, αφράτα μολεσκίν και ζεστά τρικό. Ο σύντομος και ήπιος μεσογειακός χειμώνας δεν ευνοεί ιδιαιτέρως τα θερμά, τραχιά τουίντ, τα χειροποίητα μάλλινα υφάσματα σκοτσέζικης και ιρλανδέζικης καταγωγής, για σπορ σακάκια και παλτά.

Τα υπέροχα τουίντ: με μοναδικά χρώματα και σχέδια, μοναδικά επειδή είναι χειροποίητα και καμιά παρτίδα δεν είναι ακριβώς ίδια με την προηγούμενη, μοναδικά επειδή μες στην ύφανση αναμιγνύονται ίνες μαλλιού μοναδικά χρωματισμένες. Με χρώματα που λάμπουν στο χειμωνιάτικο φως, όλοι οι τόνοι του καφέ, από το κεραμιδί έως το καστανόμαυρο, ώχρες, λαδί, πράσινα, μπλε, γκρίζα, ανθρακί, χοντροκόκκινα… Με υπέροχα σχέδια: ψαροκόκκαλο, καρώ glenn, καρώ gun club, πτι καρώ, μεγάλα καρώ windowpane, πιε ντε πουλ, αλατοπίπερο, σβηστά σχέδια, έντονα σχέδια…

Προέλευση

Σκωτία, Εβρίδες νήσοι: παράγονται τα κορυφαία τουίντ· τα επώνυμα των συνεταιρισμένων υφαντουργών έχουν τη σφραγίδα Harris Tweed. Εξαιρετικά και τα ιρλανδέζικα. Και σε βρετανικά υφαντουργεία φτιάχνονται, μη γνήσια, αλλά υψηλής ποιότητας· μιμούνται την υφή, τα χρώματα και τα σχέδια σε πολύ ελαφρότερα πανιά, με τεχνική worsted, κατάλληλα για μεσογειακά κλίματα και ανεκτά σε εσωτερικούς χώρους.

Ρούχα

Σπορ σακάκια. Με τρία ή δύο κουμπιά· με τσέπες χωνευτές ή και εξωτερικές, με τσέπες λοξές ή οριζόντιες, με τρίτη τσέπη μικρή αριστερά.

Για πιο εκκεντρικό country style, το σακάκι γίνεται κυνηγετικό: έχει ζωνάρι ραφτό πίσω, τσέπες εξωτερικές με κουμπωτά καπάκια, και ανάλογη τσέπη στο στήθος, κουμπώνει με τρία κουμπιά, και προβλέπεται κούμπωμα και του γιακά μέχρι ψηλά.

Οι δανδήδες εξ ημών μπορούν να φτιάξουν και κοστούμι, όπως ο αμίμητος Δουξ του Ουίνδσορ που λάτρευε τα τουίντ ακραίων χρωματισμών και σχεδίων. Το ψαροκόκκαλο μπορεί να δώσει εξαίρετο παλτό, βαρύ σπορτίβ.

Ταιριάσματα

Τραγιάσκα! Ιδανικά από το ίδιο ύφασμα με το σακάκι.

Πουκάμισα: Φανελένια καρώ. Οξφορντ μπάτον ντάουν.

Γραβάτες πλεχτές, κατά προτίμησιν μάλλινες ή κασμιρένιες. Ακόμη καλύτερα: φουλάρι.

Παντελόνια από τρικό ντιαγονάλ (μαλλί), ή τα κλασικά βαριά βαμβακερά: κοτλέ και μολεσκίν.

Το κοτλέ βγαίνει ψιλόριγο ή χοντρόριγο, και πρέπει να είναι 100% βαμβακερό. Το μολεσκίν, δημοφιλές στη Βρετανία, αλλά άγνωστο παρ’ ημίν, είναι επίσης 100% βαμβακερό, ανθεκτικό, με ελαφρότατο πέλος, απαλό και πολύ πολύ ζεστό. Ταιριάζει ιδανικά με το τουίντ σακάκι.

Παπούτσια ρωμαλέα, αρρενωπά, δίσολα, ή μποτάκια σουέτ. Κάλτσες με χρώμα και φαντασία!

Γιλέκο από το ίδιο ύφασμα, ή ζιλέ αμάνικο (λεμονί!) ή ζακέτα κάρντιγκαν. ταιριαστό και το πλεχτό πουκάμισο πόλο.

Ποσέτ μεταξωτό: λείο και στιλπνό πάνω στο τραχύ ζεστό τουίντ.

Φθινοπωρινά φύλλα

Το φθινόπωρο στην Ελλάδα μπορεί να διαρκέσει πολύ: σαν εξασθενημένη παράταση καλοκαιριού, χωρίς τον καύσωνα, ή σαν μακρύ προοίμιο ήπιου χειμώνα, χωρίς το τσουχτερό κρύο. Εχει ψυχρούλα αλλά όχι ψύχος, ο καιρός είναι άστατος με βροχές και συννεφιές, αλλά όχι σταθερά βαρύς· το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η ποιότητα του φωτός: καθώς χαμηλώνει η τροχιά του ήλιου, αναδύονται πάλι οι σκιές, οι όγκοι, τα χρώματα.

Σε αυτή τη γλυκιά ημιεποχή, το ντύσιμο είναι ανάλογα ευμετάβλητο, προσαρμόσιμο, ηδύ. Δεν έχει την ελαφρότητα και τον αισθησιασμό του θερινού, αλλά ούτε το χτισμένο, συμπαγές στυλ του χειμερινού. Είναι ντεμί σεζόν.

Χρώματα. Καταρχάς, θερμά. Το φως αρχίζει να αναδεικνύει μπεζ, καφέ, καπουτσίνο, κεραμιδί, τερακότα, γκρι-μπεζ, αλλά και τα πιο σωματώδη ψυχρά, από πράσινο έως ραφ και βαθύ μπλε. Αν υποθέσουμε ότι το κοστούμι είναι στα θερμά, το πουκάμισο, το πόλο, η γραβάτα, ας κινηθούν συμπληρωματικά: γαλάζιο, θαλασσί, λεβάντα, πράσινο βεραμάν έως σμαραγδί, αλλά και κρεμ, ροζ, βερυκοκκί.

Υφάσματα. Το μαλλί επικρατεί. Σε βάρη από 200 έως και 300 γραμ. Worsted ως επί το πλείστον, κρεπ, fresco, ελαφριά καμπαρντίνα, solaro. To βαρύ λινό φοριέται ακόμη. Ταιριαστό στην εποχή και το σύμμικτο μαλλί-μετάξι.

Σχέδια. Πρενς ντε Γκαλ, παντού και πάντα! (έχουμε εμμονές…) Αχνό το πρενς, μελιχρό, για τούτη την εποχή. Αραιό μεγάλο καρρώ (windowpane) αχνό, επίσης, πικ-α-πικ, πτι καρώ, πιε ντε πουλ. Τα μοτίβα δίνουν υπόσταση στα ελαφριά, κατά κανόνα, υφάσματα του φθινοπώρου. Αρχίζουν και τα ριγέ, pinstripe, αλλά με αχνή τη ρίγα.

Προσοχή! Η ανάμιξη ποικίλων μοτίβων εγκυμονεί ολέθρους. Ας μη συνυπάρχουν ισοδύναμα σχέδια-μοτίβα. Αν το κοστούμι είναι πτι καρώ, το πουκάμισο, η γραβάτα, το ποσέτ, να είναι άλλα: μεγάλα καρώ, άνθη, μονόχρωμα, ριγέ. Αν το κοστούμι φέρει έντονο σχέδιο, πουκάμισο και εξαρτήματα να ακολουθούν λεπτά σχεδιάκια, διακριτικά, σχεδόν αδιόρατα. Οχι όλα μονόχρωμα βέβαια: είναι πληκτικά.

Εξαρτήματα

  • Μαντιλάκι. Το ποσέτ επανακάμπτει. Ενα μεταξωτό κρεμ, περλέ ή ματ, παίζει μπαλαντέρ με σχεδόν καθετί. Εναλλακτικά, λεβάντα, σιέλ, ανοιχτό ζωηρό πράσινο. Αυτοσχεδιάστε.
  • Κάλτσες. Το δυσκολότερο ταίριασμα. Η σίγουρη μα ανιαρή συνήθως οδός: στην χρωματική γκάμα του παντελονιού. Πιο ριψοκίνδυνο μα ενδιαφέρον: Βρείτε χρωματικό πλησίασμα με τη γραβάτα, το ποσέτ, το πουκάμισο. Σχεδιάκι κατά προτίμησιν διακριτικό.
  • Παπούτσια. Ετέρα εμμονή: Σουέτ καφέ, καστανά, ξανθά… Σουέτ μονκ με αγκράφα, σουέτ ντέρμπι, σουέτ όξφορντ. Προσοχή στις φθινοπωρινές βροχούλες! Καταστρέφουν τα σουέτ.

Κολάρα και μανσέτες

Πρίγκηψ Πιερ Τρουμπετσκόι (1864-1936): Portrait of a Gentleman, λεπτομέρεια

Ο Θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες, έλεγε ο μέγας αρχιτέκτων Λε Κορμπιζιέ. Τίποτε αληθέστερο όταν αναφερόμαστε στο ανδρικό ντύσιμο, κυρίως στο αστικό κοστούμι, το τόσο αυστηρό και στυλιζαρισμένο.

Ας αναλογιστούμε το κοστούμι. Μεταδίδει μια εικόνα συμπαγή, ομοιόμορφη και ομοιόχρωμη, μια φόρμα αυστηρή και σπαθάτη. Τι μπορεί να σπάσει την ελλοχεύουσα μονοτονία; Η λεπτομέρεια, οι λεπτομέρειες: πουκάμισο, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ, κάλτσες, παπούτσια ― περίπου με αυτή τη σειρά.

Ας δούμε την προστιθέμενη αξία του πουκάμισου, του σπουδαιότερου ανδρικού ρούχου μαζί με το κοστούμι. Το σακάκι καλύπτει ολοκληρο τον κορμό, αφήνει ελεύθερο μόνο ένα αντίστροφο τρίγωνο στον θώρακα, και τρεις λωρίδες: μία σε κάθε μανίκι και μία πάνω από τον γιακά στον αυχένα. Αυτά ακριβώς είναι τα πεδία όπου εκδηλώνεται η αξία του πουκάμισου, με τα δύο πιο χαρακτηριστικά του στοιχεία: τις μανσέτες και το κολάρο. Το σχήμα τους, η κατασκευή τους, δίνουν τον τόνο στο κοστούμι, σπάνε την ομοιοχρωμία, κοντράροντας ή συμπληρώνοντας, δίνουν χαρακτήρα και ιδιαιτερότητα. Ας εστιάσουμε.

Κολάρα

Τα δημοφιλέστερα είδη κολάρου σήμερα είναι δυο-τρία: το κλασικό ίσιο με μύτες, το ανοιχτό Ρεξ ή Windsor, και το button down το κουμπωτό. Αλλες εκδοχές λιγότερο δημοφιλείς στην Ευρώπη ή με πολύ περιορισμένη εφαρμογή είναι το κολλάρο με στρογγυλεμένες μύτες, το κολλάρο με παραμάνα (οι δύο γιακάδες ενώνονται με παραμάνα), το κολλάρο με αντεστραμμένες μύτες (για επίσημο φράκο).

Ο ίσιος μυτάτος είναι μακράν ο δημοφιλεστέρος, και δικαίως. Ταιριάζει στους περισσότερους σωματότυπους και υποδέχεται άνετα τις γραβάτες με οποιονδήποτε κόμπο πλην του ογκώδους Windsor. Το μήκος του κυμαίνεται από 6 έως 8 εκ., αναλόγως του μεγέθους και σχήματος προσώπου του φέροντος. Ταιριάζει σχεδόν σε όλους, πλην ίσως των πολύ στενόμακρων προσώπων και των λαιμών καμηλοπάρδαλης.

Για τον ογκώδη κόμπο Windsor κατάλληλο είναι φυσικά το ομώνυμο κολάρο Windsor (ή Ρεξ)· οι γιακάδες αφίστανται σχηματίζοντας αμβλεία γωνία. Αυτό το κολάρο έχει βρετανική προέλευση, ως εικός· μάλιστα λέγεται ότι το προτιμούσε ο δούκας του Windsor για να βολέψει τον φαρδύ διπλό κόμπο Windsor που είχε επινοήσει. Τέλος πάντων, σήμερα είναι δημοφιλής και στην Ιταλία και αλλαχού. Δεν ταιριάζει σε πρόσωπα φαρδιά και λαιμούς κοντούς.

Το δημοφιλέστερο κολάρο για φόρεμα χωρίς γραβάτα είναι το button down. Είναι σαν το ίσιο μυτάτο, αλλά χωρίς ενίσχυση εσωτερικά (φορτσέτα) , χωρίς μπανέλες (εσωτερικές ή εξωτερικές) και κουμπώνει πάνω στο πουκάμισο. Ο σπορ, χαλαρός χαρακτήρας του, η ελαφριά κατασκευή και το ελαφρό ρολάρισμά του δεν ευνοούν ιδιαίτερα τη γραβάτα· απαιτεί λεπτές, μαλακές γραβάτες και λεπτό κόμπο. Καλύτερα να αποφεύγεται με σοβαρά ή σταυρωτά κοστούμια ― εκτός κι αν είσθε δανδής της κλάσεως ενός Τζάνι Ανιέλι ή ενός Λουτσιάνο Μπαρμπέρα. Από τα καλύτερα button down που κυκλοφορούν έτοιμα είναι του οίκου Brooks Brothers, και τα ονομάζει Polo.

Μανσέτες

Εκεί που τελειώνει το σακάκι, στην άκρη του χεριού, ξεπροβάλλει το πουκάμισο, με τη μανσέτα του. Εξυπακούεται ότι το μανίκι του σακακιού δεν σκεπάζει όλο τον καρπό· αφήνει τουλάχιστον ένα εκατοστό, έως και δύο, για τη μανσέτα του πουκάμισου. Η οποία μανσέτα έχει κι αυτή ποικιλίες.

Τα δύο βασικά είδη: μανσέτα απλή με κουμπί· μανσέτα διπλή γυριστή, με μανικετόκουμπο. Απλή κουμπωτή φέρουν σχεδόν όλα τα πουκάμισα πια· η διπλή γυριστή πάντως έχει επιστρέψει δυναμικά και φοριέται με σοβαρό κοστούμι, κι όχι μόνο από δανδήδες. Το χαρακτηριστικό της διπλής μανσέτας, εκτός από τον όγκο και τη μεγαλοπρέπεια, είναι το μανικετόκουμπο: ένα κόσμημα, από τα ελάχιστα που επιτρέπεται να φοράει ένας αρρενωπός τζέντλεμαν. Προτιμούνται τα διακριτικά χρυσά ή ασημένια, διπλής όψεως, με ενωτική αλυσιδίτσα, αλλά δεν αποκλείονται και τα πιο φανταχτερά, εφόσον ταιριάζουν σε υφή υλικού και χρώμα με άλλα εξαρτήματα (γραβάτα, πουκάμισιο, ρολόι).

Οι μανσέτες με κουμπί έχουν υποείδη ανάλογα με το κούμπωμα και το σχήμα της γωνίας. Με ένα κουμπί (πιο ευκολοφόρετες), ή με δύο κουμπιά (κρατάνε καλύτερα τη φόρμα). Με στρογγυλεμένο, σβηστό πάρσιμο της γωνίας ή με φάλτσο πάρσιμο ή χωρίς καθόλου πάρσιμο της γωνίας. Στη διπλή γυριστή μανσέτα επικρατούν οι άπαρτες γωνίες και οι στρογγυλεμένες (κομψότερες).

Non plus ultra

  • Το κολάρο καδράρει το πρόσωπο. Ο μακρυμούρης αποφεύγει τους μακρόστενους γιακάδες. Ο στρογγυλοπρόσωπος αποφεύγει τους φαρδείς ανοιχτούς, έναν θρασύ Ρεξ λόγου χάριν. Ο ογκώδης εξορίζει τα μινιόν γιακαδάκια. Ο λεπτοφυής βραχύσωμος μισεί τους γιακαδάρες.
  • Μήκος του μανικιού. Το πουκάμισο δεν πρέπει να κρέμεται, να σκεπάζει όλο τον καρπό μέχρι την παλάμη. Ούτε κοντό, να αφήνει ακάλυπτο τον οστείνο «κόμπο» του καρπού.
  • Φάρδος κολάρου. Ούτε να πλέι ούτε να πνίγει. Να χωράει ένα δάχτυλο ανάμεσα στο κολάρο και το λαιμό.
  • Mονόγραμμα. Οχι στη μανσέτα, είναι too much. Καλύτερη θέση: αριστερά χαμηλά, περίπου 10-13 εκ. από τη μέση του φέροντος, κεντραρισμένο στο αριστερό ημιμόριο.

Λινό καλοκαίρι

Νιώσε το καλοκαίρι σαν ρούχο. Τι νιώθεις; Το λινό.

Ακου τον ποιητή: «Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο» (Οδ. Ελύτης, Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό).

Πρόσεξε τον υποπρόξενο στο «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, κινηματογραφημένο από τον Τζόν Χιούστον. Ο αλκοολικός υποπρόξενος (Αλμπερτ Φίνεϊ) κατεβαίνει στην κόλασή του, στο ηφαίστειο, παραιτημένος από την υπέροχη γυναίκα του (Ζακλίν Μπισέ), φορώντας το εκρού λινό κοστούμι του. Ακου πώς τον τραγούδησαν τα Διαφάνα Κρίνα:

«Φύσα την καρδιά μου στην Οαχάκα
Ξέρω αργά ή γρήγορα πως θα χαθώ
Υβόν, μακριά σου δεν μπορώ να πάρω ανάσα
Μα θα διαλέξω εγώ πώς θα καταστραφώ.»

Ο υποπρόξενος με την υπέροχη γυναίκα του

Δες τον Χάρι Πέντελ, τον Ράφτη του Παναμά, άψογο μες στο εκρού λινό του, με γιλέκο, ραμμένο απ’ τον ίδιο σε γραμμή Σάβιλ Ρόου, σύμφωνα με την ιδιοφυϊα του συγγραφέα Τζον λε Καρέ. Φοράει μαύρη γραβάτα, ταλαιπωρείται, ιδρώνει, ουρλιάζει, λερώνεται, μα το εκρού λινό κοστούμι παραμένει ακέραιο, λαμπερό, διακριτικό, αρμόζον, στον τροπικό Παναμά. Το ίδιο αρμόζον και διακριτικό θα ήταν και στην καθ’ ημάς Μεσόγειο, στην Αθήνα, στον Αργοσαρωνικό, στις Κυκλάδες, στην Πελοπόννησο.

Ακου πώς φοράνε τα λινά κοστούμια τους οι Ναπολιτάνοι δανδήδες: ammappucciata, δηλαδή ατημέλητα, τσαλακωμένα, αφημένα στη ροή της μέρας και του θέρους. Σαν πουκάμισα…

Ιδού τι αφηγείται ο σπουδαίος ράφτης της Νάπολης Ρουμπινάτσι για τον πελάτη του πρίγκιπα Ζαν ντι Τζεράτσε:

Ο πρίγκιπας παράγγελνε τα κοστούμια σαν πουκάμισα: έξι λευκά-εκρού και έξι μπλε. Στη διάρκεια του μακρού μεσογειακού καλοκαιριού, φορούσε κάθε πρωί ένα απ΄αυτά τα κοστούμια, καλοσιδερωμένο. Το πουκάμισο ήταν σταθερά λευκό, και η γραβάτα μαύρη με λευκά πουά. Τίποτε άλλο, αυτή ήταν η στολή του καλοκαιριού. Ουσιαστικά, το πουκάμισο ήταν το σακάκι: ξέφοδρο, μαλακό, ριχτό, εύπλαστο, άχτιστο, έπαιρνε τη φόρμα του σώματος καθώς περνούσε η ώρα. Δεν έδειχνε σαν σακάκι.

Το λινό κοστούμι, εφόσον είναι σωστά φτιαγμένο (δηλαδή, λίγο φτιαγμένο, σχεδόν άφτιαχτο), δεν δείχνει, δεν φωνάζει, δεν αυτοπροβάλλεται. Ακριβώς έτσι απαιτεί το δικό μας θερμό καλοκαίρι: διακριτικότητα, σιγαλόφωνη κομψότητα, ευγένεια. Ο ποιητής δεν επιδεικνύει την τέχνη του, το κάλλος δεν φωνάζει για να επιβληθεί: απλώς υπάρχουν.

Χρωμα

Είπαμε, το αρχετυπικό χρώμα, άνευ του οποίου δεν νοείται λινή γκαρνταρόμπα, είναι το σπασμένο λευκό, το εκρού ή ζαχαρί ή ιβουάρ, κρεμ, έως το χρώμα της κιτρινίζουσας βανίλιας. Τούτου δοθέντος, πάμε κατόπιν προς το καπουτσίνο, το café au lait, έως τη σοκολάτα γάλακτος. Οπωσδήποτε και μπλε: μπλε Αιγαίου λίγο πριν το μελανί.

Υφασμα

Το ιρλανδέζικο είναι το ανώτερο για κοστούμι. Και το ακριβότερο. Είναι κατά κανόνα βαρύτερο, πτυχώνει πλούσια, πέφτει με χάρη. Μη το φοβηθείτε επειδή είναι βαρύτερο, δεν είναι κατ΄ανάγκην ζεστότερο. Γνωστότερα εργοστάσια: Bryson, MacNutt.

Το ιταλικό λινό είναι πιο φίνο, λεπτότερο, ελαφρύ. Τσαλακώνει πολύ περισσότερο, και μάλλον πιο απρόβλεπτα. Το λεπτό ιταλικό ταιριάζει περισσότερο σε παντελόνια, αλλά ας μην είμαστε απόλυτοι.

Τέλος, υπάρχει και το βελγικό λινό. Οι Βέλγοι έχουν μακρά παράδοση στα λινά, αλλά το βελγικό λινό για ανδρικά ρούχα είναι εξαιρετικά δυσεύρετο στην Ελλάδα.

Εξαρτηματα

Η σκούρα γραβάτα (μπλε, μαύρη) κοντράρει έξοχα στο λευκό λινό. Το πουκάμισο να είναι ουδέτερο, ας πούμε από ολόδροσο ύφασμα βουάλ. Χωρίς γραβάτα, ναι· αλλά τότε ένα μεταξωτό μαντιλάκι στην τσέπη, μια πινελιά φιλαρέσκειας τόση-δα μικρή. Παπούτσια στο χρώμα της κανέλας, δετά. Κολώνια εσπεριδοειδών.

Μπλέιζερ: ο μπαλαντέρ έχει απαιτήσεις

Το μπλέιζερ είναι από τα πιο δημοφιλή αλλά και πιο παρεξηγημένα ρούχα στην ανδρική γκαρνταρόμπα. Αναμφίβολα είναι ένα σίγουρο χαρτί, άσσος ή μπαλαντέρ, που μπορεί να βγει απ’ την ντουλάπα και να δώσει ακαριαία στον κάτοχο μια περιβολή αξιοπρεπή, ασφαλή, έως και ξεχωριστή. Ταυτόχρονα όμως, η κατάχρηση ή η αγνόηση ορισμένων κανόνων, μπορεί να οδηγήσει τον φορέα μπλέιζερ σε καταστάσεις αφόρητου κομφορμισμού, στερεοτυπικές, ακόμη και kitsch.

Τυπικό παράδειγμα κατάχρησης του μπλέιζερ είναι ο πολιτικός Δημ. Αβραμόπουλος, ένας πολιτικός ο οποίος προφανώς λατρεύει το σταυρωτό μπλέιζερ με τα μεταλλικά κουμπιά ως υποκατάστατο του μεγαλείου της στρατιωτικής στολής. Το τέτοιο μπλέιζερ είναι πράγματι απόγονος του ναυτικού ζακέτου-σακακιού, με έξι ή και οκτώ χρυσοποίκιλτα κουμπιά· το φορούν ακόμη οι αξιωματικοί του Ναυτικού. Αλλά στη σύγχρονη αστική ζωή το μπλέιζερ δεν είναι στολή, είναι απλώς ένα σακάκι· και κάνενα σακάκι δεν μπορεί να προσδώσει μεγαλείο. Τόσο απλά.

Το σακάκι μπλέιζερ, λοιπόν, είναι μπλε, σκούρο ― navy, που λένε. Μπορεί να είναι σταυρωτό, μπορεί και μονόπετο. Το μονόπετο είναι πιο ευκολοφόρετο, παντός καιρού και πάσης περιστάσεως· το σταυρωτό, με τέσσερα ή, καλύτερα, με έξι κουμπιά, είναι πιο τυπικό, λίγο πιο «άκαμπτο». Το μπλέιζερ εν γένει δεν είναι βραδινό, επίσημο ντύσιμο· ίσως ούτε business ντύσιμο. Είναι σπορτίβικο, είναι πρωινό και απογευματινό, είναι ντύσιμο για σαββατοκύριακο ή για ταξίδι, δεν απαιτεί οπωσδήποτε γραβάτα, ταιριάζει με πιο σπορ παντελόνια και παπούτσια. Επίσης δεν είναι όπως οποιοδήποτε ξέταιρο σακκάκι, δεν είναι οποιοδήποτε μπλε σακκάκι· είναι μπλέιζερ. Η διαφορά τους: το μπλέιζερ έχει μεταλλικά κουμπιά ― χρυσαφιά ή ασημιά. Είναι απόγονος στολής, παρόλο που δεν είναι τυπικά στολή. Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπονται κουμπιά κοκάλινα σε καφέ-κοκκινωπό χρώμα, στο μονόπετο, για έναν ενδιαφέροντα τύπο ημι-μπλέιζερ.

Τι ύφασμα;

Fresco

Το χειμώνα μάλλινο ασφαλώς. Το hopsack, με ύφανση μικροκυψελωτή και ανθεκτική στο τσαλάκωμα, είναι το ιδεώδες. Παρομοίως, το fresco ή η «ψάθα», αραιοϋφασμένα ολόμαλλα πανιά τύπου cool wool, ενδείκνυνται για μπλέιζερ πάσης εποχής. Μια καλή φανέλα ή κασμίρι δεν αποκλέιονται αλλά έχουν πολύ πιο περιορισμένη χρήση.

Ανοιξη και καλοκαίρι, το μπλέιζερ μπορεί να είναι από λινό βαρύ (το βαρύ πέφτει ωραία,και τσαλακώνει λιγότερο) ή σύμμικτο υλικό από φυσικές ίνες, π.χ. λινό-μετάξι, ημίφοδρο για δροσιά.

Με τι παντελόνι φοριέται;

Το χειμώνα, η γκρι φανέλα είναι το αδιαφιλονίκητο ταίρι ― σκούρα, κατά προτίμησιν. Δεύτερη επιλογή, η γκαμπαρντίνα· το λαδί χρώμα πάει πολύ, επίσης ένα βαθύ μπεζ, ή κρεμ. Ανοιξη και καλοκαίρι, το παντελόνι ξανοίγει χρωματικά αλλά και σαν υλικό: βαμβακερή γκαμπαρντίνα ή στεκούμενη ποπλίνα, λινό, cool wool, σε αποχρώσεις του κρεμ, από το κίτρινο έως το μπεζ, αλλά και πράσινο βεραμάν, θαλασσί, και βέβαια κόκκινο τυπικά british.

Τι παπούτσια;

Χρώμα: τόνοι του καφέ, από σοκολατί έως ξανθό, αναλόγως της εποχής και του παντελονιού. Το καστόρι ή σουέντ έρχεται πρώτο στο νου, αλλά και τα άλλα δέρματα καλά είναι. Το μαύρο αποφεύγεται, ιδίως εκτός χειμώνα. Ιδανικό σχέδιο: το κομψό κάπως σπορτίβικο monk, το παπούτσι «του Πάπα», με λουρί και αγκράφα στο πλάι, μπορεί και με δύο μικρές αγκράφες.

Αλλα εξαρτήματα

Το μαντιλάκι στην τσέπη είναι εκ των ουκ άνευ. Στο μπλε φόντο του μπλέιζερ σχεδόν κάθε είδους μαντιλάκι μπορεί να ανθίσει και να αναδείξει όλη τη φορεσιά. Αν δεν φορεθεί γραβάτα, ας μην αποκλειστεί το φουλάρι ascot ή ένα δετό παπιγιόν. Στο πουκάμισο οι επιλογές είναι πρακτικά πολλές, το γαλάζιο και το κρεμ, μονοχρωμα ή ριγέ, είναι ασφαλή· μη φοβηθείτε και τα καρρώ και τα button down. Γενικά μη φορτώσετε το ντύσιμο με κοσμήματα, φανταχτερά ρολόγια κ.λπ., διότι τα χρυσά-ασημένια κουμπιά υπεραρκούν σαν στολίδια.

Ποιος φοβάται το σταυρωτό κοστούμι;

Really sharp!

Το σταυρωτό κοστούμι τρομάζει. Παρά τις δόξες που έχει γνωρίσει, παρά την κομψότητα και το κύρος που φέρει, το σταυρωτό κοστούμι με τα μυτάτα πέτα, τρομάζει τους σημερινούς αστούς, επειδή συνοδεύεται από προκαταλήψεις, εν μέρει μόνο αληθείς. Η βασικότερη προκατάληψη που το συνοδέυει είναι: «το σταυρωτό ταιριάζει μόνο σε λιγνούς και ψηλούς, όχι σε κοντούς ή γεμάτους».

Τούτη η ρήση έχει στοιχεία αληθείας. Προκύπτουν εκ της φόρμας του σταυρωτού κοστουμιού. Πράγματι, στο μονόπετο κοστούμι υπερτερούν εμφανώς οι κατακόρυφες γραμμές των πέτων, που σχηματίζουν ένα οξυκόρυφο αντεστραμμένο V, προσδίδοντας έτσι στη σιλουέτα μια δυναμική προς τα άνω, και μια οπτική εντύπωση λεπτότητος στη μέση και διεύρυνσης στους ώμους. Στο σταυρωτό κοστούμι οι κατακόρυφες γραμμές του V των πέτων υπάρχουν ασφαλώς και προσδίδουν τη δυναμική τους, ωστόσο τώρα αυτή η κατακόρυφη δυναμική μετριάζεται από τις οριζόντιες γραμμές που σχηματίζουν αφενός η διπλή σειρά των κουμπιών (2Χ3), αφετέρου, η επικάλυψη του ενός πέτου από το άλλο.

Οι οριζόντιες γραμμές λοιπόν, οπτικά «αφαιρούν» ύψος, όπως ακριβώς κάνουν οι οριζόντιες ρίγες πουκάμισου ή πουλόβερ. Αυτό το εφέ δεν είναι επιθυμητό σε έναν βραχύσωμο τζέντλεμαν.

Αντιστοίχως, το σταυρωτό με έξι κουμπιά, εκ των οποίων κουμπώνουν τα δύο χαμηλότερα εσωτερικά (6-2), πράγματι δημιουργεί την εντύπωση ότι «τυλίγει» το σώμα. Αυτό το εφέ δεν κολακεύει τους προγάστορες, τους δείχνει φασκιωμένους, σχεδόν σαν σαλάμι.

Τούτων δοθέντων, ας δούμε πώς αντιμετωπίζεται το φάσκιωμα και το στούμπωμα.

Καταρχάς, ο ψυχολογικός παράγων: Αν νιώθετε απελπιστικά κοντός ή παχύς με οποιοδήποτε ρούχο, τότε ούτε το σταυρωτό θα βοηθήσει ασφαλώς. Αν, αντιθέτως, φοράτε τα ρούχα, και δεν σας φοράνε, τότε θα βρείτε τη βασιλική οδό…

Δεύτερον. Το σταυρωτό έχει παραλλαγές. Δεν είναι ανάγκη να καταφύγετε στο κλασικό με έξι κουμπιά (6-2), με τα πέτα να «σταυρώνουν» ψηλά. Ο βραχύσωμος μπορεί να επιλέξει σταυρωτό με πέτα που «σταυρώνουν» πιο χαμηλά, και έξι κουμπιά εκ των οπόίων κουμπώνει το ένα (6-1) ή τέσσερα κουμπιά εκ των οποίων κουμπώνουν τα δύο ή το ένα (4-2 ή 4-1). Επιμηκύνοντας το άνοιγμα V στο θώρακα και μεταθέτοντας το «τύλιγμα» χαμηλότερα, εξουδετερώνονται, σε μεγάλο βαθμό, οι οριζοντιες γραμμές που επιβαρύνουν την βραχεία ή γεμάτη σιλουέτα.

Τρίτον. Το σχέδιο του υφάσματος. Η κομψή ρίγα του κλασικού pinstripe ή chalkstripe είναι η πλέον ενδεδειγμένη για το σταυρωτό κοστούμι, κι ακόμη περισσότερο για τους βραχύσωμους και εύσαρκους τζέντλεμαν. Αν φοβάστε το αυστηρό pinstripe για το πρώτο σας σταυρωτό, διαλέξτε ένα διακριτικό αχνό ψαροκόκκαλο.

T I P S


Xρώματα; Γκρί σκούρο, ανθρακί, μπλε ― αδύνατον να σφάλετε.

Ποιότητα; Ε, ναι, κι εδώ η φανέλα πρωταγωνιστεί, ιδίως σε σκούρο γκρι pinstripe. Βεβαίως και οποιοδήποτε καλό, «με σώμα» worsted ― με σώμα, για να πτυχώνει ωραία, ελεύθερα, να πέφτει και να χαρίζει. Σκεφθείτε οπωσδήπτε κι ένα ύφασμα μαλακό-στητό σε σχέδιο Πρενς ντε Γκαλ ― απαράμιλλο και αρρενωπό.

Λεπτομέρειες: Το παντελόνι του σταυρωτού κοστουμιού ας είναι με ρεβέρ. Και ας έχει λειτουργική μποτουνιέρα και στα δύο πέτα.

Πρενς ντε Γκαλ σταυρωτό, απαράμιλλα αρρενωπό...

Πολύχρωμο κοστούμι για την άνοιξη


Πολλοί γνωστοί μου προτιμούν για το καθημερινό ντύσιμό τους στην πόλη, το ντε πιες (deux pièces), δηλαδή ξεχωριστό σακάκι-παντελόνι. Το φορούν σαν κοστούμι, με γραβάτα και όλα τα εξαρτήματα, αλλά δεν είναι κοστούμι. Γιατί; Η προφανής απάντηση είναι ότι το ντε πιες είναι λιγότερο επίσημο, είναι πιο σπορτίφ, ίσως να φαίνεται και πιο νεανικό. Πράγματι, οι εργαζόμενοι σε όχι και τόσο απαιτητικά περιβάλλοντα, που δεν απαιτούν αυστηρό ένδυμα, αποφεύγουν το κοστούμι. Οι τελευταίοι “κοστουμάτοι” είναι οι δικηγόροι, κι αυτοί όχι πάντα.

Ενας άλλος κρυφός λόγος είναι το τι διατίθεται στην αγορά των ετοίμων. Τα κοστούμια που διατίθενται είναι πολύ λιγότερα σε ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων από τα σακάκια, πολιτική που επέβαλαν κυρίως οι Ιταλικοί μεγάλοι οίκοι. Τα κοστούμια είναι στην γκάμα του γκρι και του μπλε, με ρίγα ή χωρίς. Τα σακάκια είναι τα πάντα όλα… Αναγκαστικά λοιπόν, ο μη συνειδητοποιημένος αγοραστής, που ψωνίζει έτοιμα, θα προσελκυστεί από την πολυχρωμία και την ποικιλία του μονού σακακιού και όχι από την μονοτονία του “γκρί ή μπλε” κοστουμιού.

Τούτων λεχθέντων, ας θυμηθούμε, πρώτον, ότι οι γκαρνταρόμπες των δανδήδων και των τζέντλεμαν του 20ού αιώνα περείχαν πολύ περισσότερα κοστούμια από σακάκια (από τον Φρεντ Αστέρ και τον Κάρυ Γκράντ έως τον Δούκα του Ουίνδσορ και τον Τζάνι Ανιέλι).

Και, δεύτερον, ότι με την επιλογή υφάσματος κατάλληλου σχεδίου, χρώματος και υφής, το κοστούμι μπορεί να απογειωθεί και να δείξει πολύ λιγότερο επίσημο και μονότονο, πολύ περισσότερο σπορτίφ και ζωηρό από οποιοδήποτε ντε πιες. Σκεφτείτε μόνο πόσοι τόνοι του καφέ, του ξανθού, του γκρι μαζί με μπλε, του πράσινου και λαδί, του μπεζ με μπλε κ.ο.κ. υπάρχουν. Και πόσα σχέδια: μεγάλα αραιά καρρώ (windowpane), πτι καρρώ, πιε ντε πουλ, ρίγες λεπτές, ρίγες αραιές, ρίγες ανάμικτες, και βέβαια το ανεπανάληπτο, το πολυφίλητο, το μοναδικά αρρενωπό πρενς ντε γκαλ… Να μιλήσουμε και για υφές του πανιού; Φρεσκό, μοχαίρ, φανέλες, σολάρο, ψαροκόκκαλα, κοτλέ και βελούδα, λινά, κλασικά worsted, και τέλος η ανεξάντλητη πρακτικά γκάμα των τουίντ.

Μόνη προϋπόθεση για μια τέτοια πρωτότυπη και κυρίως ευέλικτη γκαρνταρόμπα είναι, αφενός, να ξεπεραστεί η προκατάληψη ότι το κοστούμι είναι πάντα επίσημο και βαρύ. Αφετέρου, να διευρύνουμε την έρευνά μας πέρα από το ράφι των “έτοιμων”. Ας δοκιμάσουμε το κοστούμι το ραμμένο επί μέτρω, το καθ’ ολοκληρίαν bespoke σε ράφτη, αλλά και το ετοιμοπαραγγελία (made to measure). Το επί μέτρω ράψιμο προσφέρει τη δυνατότητα επιλογής υφάσματος από μια πολύ μεγάλη γκάμα υφασμάτων, πρακτικά ανεξάντλητη. Κι όσο για το κόστος: Λογαριάστε πόσο κοστίζει ένα πρωτότυπο fancy σύνολο ντε πιες από επώνυμο κατασκευαστή (Zegna, Kiton, Brioni, Canali κ.λπ.). E, λοιπόν, με σημαντικά μικρότερο από αυτό το κόστος μπορείτε να ράψετε στα μέτρα σας ένα υπέροχο, πολύχρωμο, και προπάντων μοναδικό κοστούμι, με το καλύτερο ύφασμα, για να σας συντροφεύει με τη μοναδικότητά του για πολλά πολλά χρόνια.

Καλή, πολύχρωμη άνοιξη!

The Art of Wearing Clothes

Ενα κλασικό κείμενο για το αστικό ανδρικό ντύσιμο. Δημοσιεύθηκε το 1960, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό διατηρεί ακέραια την αξία των παρατηρήσεών του και, κυρίως, το πνεύμα και το στυλ.

The Art of Wearing Clothes, by George Frazier

The history of this rare masculine art and of the men who practice it supremely well.

Esquire magazine, September 1960

Gary Cooper

Many a vagrant vogue has prevailed and perished in the hundred-and-fifty-odd years since George Bryan (Beau) Brummell resigned from the tony Tenth Hussars upon being denied permission to wear a uniform of his own design, but the criterion by which men are adjudged either beautifully or badly dressed is still what it was in that dandified day when people cherished the belief that the Beau achieved the flawless fit of his gloves by having the fingers made by one man and the thumbs by another. Now, as then, an impeccably turned-out male is characterized by the same « certain exquisite propriety » of dress that Lord Byron admired so abundantly in Brummell. « If John Bull turns to look after you, » the Beau once observed, « you are not well-dressed, but either too stiff, too tight, or too fashionable. »

This was Brummell’s bequest—his irreproachably tasteful simplicity. What’s more, it is the one constant in the fickleness of fashion, nor has any mode, no matter how maniac, ever proved it spinach—neither the cult of pipe-stemmed perfection that caused any true Edwardian dandy to shudder at the thought of having, as Max Beerbohm put it, « the incomparable set of his trousers spoilt by the perching of any dear little child upon his knee »; nor the autograph-slickered, bell-bottomed callowness of the « cake-eaters » and « sheiks » who found their laureate in John Held, Jr.; nor the casual coolness of all the beer jackets of Princeton springtimes; nor the abortive and itinerant « Italian style »; nor, for that matter, even the natural-shouldered, pleatless-trousered look that is known as « Ivy League, » but that by any name at all would still be the Brooks Brothers No. 1 sack suit.

Prior to Brummell, men had dressed to almost freakish excess. Thus, according to Hayden’s Dictionary of Dates, Sir Walter Raleigh wore:

« . . . a white-satin-pinked vest close-sleeved to the wrist, and over the body a doublet finely flowered, and embroidered with pearls, and in the feather of his hat a large ruby and pearl drop at the bottom of the sprig in place of a button. His breeches, with his stockings and ribbon garters, fringed at the end, all white; and buff shoes, which, on great court days, were so gorgeously covered with precious stones as to have exceeded the value of 6,600 pounds; and he had a suit of armor of solid silver, with sword and hilt blazing with diamonds, rubies and pearls. »

Nor was Lord Buckingham, James I’s favorite, any shrinking violet either, for, as Hayden has it, he « had his diamonds tacked so loosely on [his robe] that when he chose to shake a few off on the ground, he obtained all the fame he desired from the pickers-up. » And then, too, there was Prince von Kaunitz, who achieved the desired shad of his wig by strolling back and forth while four lackeys sprayed it with different tints of scented powder. Indeed, in those pre-Brummell years, men were such peacocks that The Times of London used to describe their clothes in as minute and fascinated detail as it did women’s.

With the Beau’s arrival in London, however, restraint in male attire became the order of the day and, for that matter, of every debonair day thereafter. It is, in fact, almost impossible to exaggerate Brummell’s influence, for as Virginia Woolf has said, « Without a single noble, important, or valuable action to his credit, he cuts a figure; he stands for a symbol; his ghost walks among us still. » Indeed, because of him alone simplicity became the hallmark of the well-dressed man, whether he be a Victorian Prime Minister named Lord Melbourne, an American general named A. J. Drexel Biddle, a former Secretary of State named Dean Acheson, or a song-and-dance man out of Omaha named Fred Astaire.

συνεχίζεται

Καμπαρντίνα παντός καιρού


Το τελευταίο ρούχο που ρίχνουμε στους ώμους, αυτό που κρέμεται πάντα πρόχειρα στο προτ-μαντώ, έτοιμο σε κάθε ζήτηση, είναι ένα από τα πιο κλασικά, αμετάβλητα και χρήσιμα ρούχα που έχουν εφευρεθεί για τον άνδρα.

Εφευρέθηκε στη Βρετανία και, προτού κυριαρχήσει στον αστικό βίο, σταδιοδρόμησε σε εξερευνητικές αποστολές και χαρακώματα, στις πιο δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει ένας άνδρας. Βασικός σκοπός της αδιάβροχης καμπαρντίνας είναι η προστασία από τη βροχή, τον άνεμο και το ψύχος. Τη βροχή την πρωτοαντιμετώπισε ο Σκωτσέζος Charles Macintosh: το 1823, επινόησε ένα ύφασμα από βαμβάκι και καουτσούκ. Το ρούχο που προέκυψε ονομάστηκε macintosh ή mac, και έκτοτε κάθε αδιάβροχο στα αγγλικά ονομάζεται mac. Το mac όμως ήταν βαρύ και ανθυγιεινό· το σώμα δεν αναπνέει, η εφίδρωση ήταν αφόρητη.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει στην ιστορία ο Αγγλος Thomas Burberry. Για να φτιάξει ένα αδιάβροχο και υγιεινό ρούχο, το 1856 επινοεί ένα βαμβακερό ύφασμα, πυκνοϋφασμένο και αδιαβροχοποιημένο πριν και μετά την ύφανση. Το ύφασμα λέγεται καμπαρντίνα (ή γκαμπαρντίνα, από ‘κει και η ελληνική ονομασία του ρούχου). The rest is history.

Η καμπαρντίνα του κ. Burberry κατακτά τον κόσμο: Τα ρούχα του συνοδεύουν τον Σάκλετον, τον Αμουδσεν και τον Σκοτ στις εξερευνήσεις των πόλων, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα σχεδιάζει ένα πανωφόρι για στρατιωτική χρήση. Η εξέλιξή του είναι το περίφημο τρεντς-κόουτ Νο 21, το ρούχο που φόρεσαν μισό εκατομμύριο στρατιώτες στα τρομερά χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το πανωφόρι των χαρακωμάτων.
Μετά τον Πόλεμο, η καμπαρντίνα του Burberry, αμετάβλητη σχεδόν, ντύνει σταρ και χαρτογιακάδες, άνδρες και γυναίκες, πλούσιους και μεσαίους, γίνεται εμβληματικό ρούχο του 20ού αιώνα: από τους νουάρ Χάμφρει Μπόγκαρτ, Τζέιμς Καγκνεϊ, Αλαν Λαντ και Ρόμπερτ Μίτσαμ, έως την Μάρλεν Ντίτριχ και τον Πίτερ Σέλλερς ως Επιθεωρητή Κλουζώ.

Δικαίως. Είναι ρούχο παντός καιρού, με βροχή και με κρύο (προστιθέμενης της μάλλινης επένδυσης), ανοιξιάτικη και φθινοπωρινή, με κοστούμι ή με τζιν και πουλόβερ, στο ταξίδι και στη βραδινή έξοδο, στη βέσπα ή στο αυτοκίνητο, παντού. Και πάντα. Ιδίως στο δικό μας μεσογειακό κλίμα, με τον σύντομο και ήπιο χειμώνα, μια καλή καμπαρντίνα υποκαθιστά εν πολλοίς το παλτό.

Ποια καμπαρντίνα; Είπαμε ήδη την αρχετυπική: Burberry, το απόλυτο εργαλείο. Την κλασική σταυρωτή. Ή την πιο εκλεπτυσμένη αστική εκδοχή της, τη ριχτή, ολόισια, χωρίς ζώνη, με την κρυφή πατιλέτα και το μικρό γιακαδάκι. Εφάμιλλης ποιότητας καμπαρντίνες φτιάχνουν και ο βρετανικός οίκος Aquasqutum, ο αμερικανοϊαπωνικός Sanyo και ο ιταλικός Allegri, στα ίδια κλασικά σχέδια και παραλλαγές. Ολες εξαιρετικές και μακρόβιες.

Υλικό: Το αδιαβροχοποιημένο βαμβακερό 100% είναι το ωραιότερο και το ακριβότερο, αλλά το πιο διαδεδομένο υλικό είναι σύμμικτο βαμβάκι-πολυέστερ με εξαιρετική αντοχή και ευκολία χρήσης και καθαρισμού. Η πιο φίνα είναι από 100% μαλλί, λιγότερο αδιάβροχη αλλά κομψότατη, ιδίως σε μπλε χρώμα.

Χρώμα: Το κλασικό είναι το μπεζ, αλλά η γκάμα εκτείνεται από το λευκό και το κρεμ έως το μαύρο, περνώντας από χακί, λαδί, γκρι, καφέ και μπλε.