De coloribus

«Σε φωτίζει… Σε σκοτώνει… Σε κλείνει…» Σαν ν’ ακούμε τις συζύγους και συντρόφους τις μαρτυρικές στιγμές που δοκιμάζουμε ρούχα και αυτές διαλέγουν το χρώμα. Δυστυχώς, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, άνδρες σήμερα όχι μόνο δεν  τολμούν να διαλέξουν τα χρώματα που τους ταιριάζουν, αλλά συχνά δεν τολμούν ούτε τα ρούχα τους να διαλέξουν… Ελλειψη αυτοπεποίθησης; Ελλειψη γούστου και παιδείας; Αγοραφοβία; Αχρωματοψία; Ολα αυτά.

Τα πράγματα όμως είναι απλά. Εχουμε κατά νου μερικές θεμελιώδεις αρχές, απλούστατες: Το πιο διακεκριμένο μέρος του σώματος που είναι ορατό και αναγνωρίσιμο, όταν είμαστε ντυμένοι, είναι το πρόσωπο: αυτό μένει ακάλυπτο. Αρα, διαλέγουμε το ντύσιμο αναλόγως με τα χρώματα και την τονικότητα του προσώπου: στόχος μας είναι να φωτισθεί το πρόσωπο, τα μάτια, τα χαρακτηριστικά, και όχι να τα κρύψουμε ή να τα θάψουμε.

Τούτων δοθέντων, τα πρόσωπα, σε αδρές γραμμές, διακρίνονται σε πρόσωπα με έντονο κοντράστ, όπου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών βρίσκονται σε έντονη αντίθεση με το χρώμα της επιδερμίδας, και σε πρόσωπα χαμηλής τονικότητας, όπου τα μαλλιά ή και τα μάτια δεν αφίστανται σημαντικά από το χρώμα της επιδερμίδας.

Στην πρώτη περίπτωση ανήκει λ.χ. ένα πρόσωπο με λευκό φωτεινό δέρμα και μαύρα ή σκουροκάστανα μαλλιά, έντονα φρύδια, σκούρα μάτια (δηλαδή, ένα συνηθισμένο μεσογειακό πρόσωπο). Εδώ, το ντύσιμο μπορεί να είναι έντονο και κοντράστο, τέτοιο που να αναδεικνύει το έντονο πρόσωπο του άνδρα. Ενα τέτοιο πρόσωπο σηκώνει ωστόσο και ένα ντύσιμο τονάλ, αρκεί ένα στοιχείο, π.χ. η γραβάτα, να είναι έντονο, ώστε να οδηγεί το βλέμμα προς το πρόσωπο, και όχι το βλέμμα να βουλιάζει μες στο ντύσιμο.

Στη δεύτερη περίπτωση, του τονάλ, κάπως «ξεθωριασμένου» και φλάτ προσώπου, το ντύσιμο επιλέγεται αναλόγως τονάλ, χωρίς έντονες αντιθέσεις, έτσι ώστε να μη θάβεται το πρόσωπο από μια έντονη γραβάτα ή να μην καδράρεται αποπνικτικά από ένα μπλε-μαύρο κοστούμι. Εδώ τα ρούχα και τα αξεσουάρ μοντάρονται έτσι ώστε να οδηγούν το βλέμμα αβίαστα προς το πρόσωπο του άνδρα, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα στοιχεία του: λ.χ. ένα βαθυγάλαζο πουκάμισιο κολακεύει τον γαλαζομάτη, ένα γκρι κοστούμι ταιριάζει σε έναν γκριζομάλλη, τα θερμά καφέ σακάκια μαζί με γαλάζια πουκάμισα ταιριάζουν στον ξανθοκάστανο, μια κόκκινη ή σμαραγδί γραβάτα για τον κοκκινομάλλη ή τον πρασινομάτη κ.ο.κ.

Τα μέσα για να φτάσουμε στο επιθυμό χρωματικό αποτέλεσμα είναι πολλά. Δοκιμάζουμε το ύφασμα του κοστουμιού ή το έτοιμο κοστούμι, για να δούμε πώς φωτίζει το πρόσωπο. Συνταιριάζουμε πουκάμισο: το κλασικό λευκό δεν πάει σε όλα τα πρόσωπα, τα ποικίλα γαλάζια έχουν πολύ περισσότερες εφαρμογές. Μη λησμονήσετε επίσης το ροζ, το κρεμ-ιβουάρ, το μενεξελί-λεβάντα, από μονόχρωμα. Και τα απειράριθμα ριγέ και καρρώ πουκάμισα, με μια πρόνοια διαρκώς: να μην είναι υπερβολικά έντονα και πολύπλοκα, διότι αφενός αποσπούν την προσοχή από το πρόσωπο του φέροντος, αφετέρου, δυσκολεύουν τους περαιτέρω συνδυασμούς με τη γραβάτα και το κοστούμι.

Η γραβάτα είναι κομβικό εξάρτημα: μπορεί να απογειώσει ένα ντύσιμο και να αναδείξει το ρπόσωπο, ή να τραβήξει εγωιστικά όλη την προσοχή και να θάψει τον κακόγουστο φέροντα. Προσοχή, λοιπόν: τη διαλέγουμε όχι επειδή «μας αρέσει» σκέτη, έτσι όπως την είδαμε στο σταντ ή πάνω στο πουκάμισο, αλλά επειδή τη βάλαμε πλάι στα μάτια μας, στο πρόσωπό μας· σκοπός της είναι να μας υπηρετήσει.

Τέλος, δοκιμάστε κοστούμια έξω από τα συνήθη μονόχρωμα γκρι και μπλε: καφέ, πράσινα, ανάμικτα, καρρώ, πρενς ντε γκαλ, πικ-α-πικ, ‘αλατοπίπερο’.

Προσοχή στο μαύρο!

Το μαύρο είναι υπέρκομψο αλλά δεν είναι για όλες τις ώρες. Στο φως της μέρας, ιδίως μιας ηλιόλουστης, το μαύρο σκοτώνει! Δείχνει τον φέροντα απέραντα χλωμό, σαν πτώμα… Αντιθέτως, τη νύχτα το δραματικό κοντράστ μειώνεται και το μαύρο ξεδιπλώνει τις αρετές του. Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και για το σκούρο μπλε νυκτός.

Και ποτέ, μα ποτέ, μαύρη κάλτσα χωρίς μαύρο κοστούμι! Ποτέ. Η κάλτσα πρέπει να ενώνει αρμονικά το παντελόνι με το παπούτσι, όχι να τα χωρίζει «κόβοντας» το πόδι.

Advertisements

Κολάρα και μανσέτες

Πρίγκηψ Πιερ Τρουμπετσκόι (1864-1936): Portrait of a Gentleman, λεπτομέρεια

Ο Θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες, έλεγε ο μέγας αρχιτέκτων Λε Κορμπιζιέ. Τίποτε αληθέστερο όταν αναφερόμαστε στο ανδρικό ντύσιμο, κυρίως στο αστικό κοστούμι, το τόσο αυστηρό και στυλιζαρισμένο.

Ας αναλογιστούμε το κοστούμι. Μεταδίδει μια εικόνα συμπαγή, ομοιόμορφη και ομοιόχρωμη, μια φόρμα αυστηρή και σπαθάτη. Τι μπορεί να σπάσει την ελλοχεύουσα μονοτονία; Η λεπτομέρεια, οι λεπτομέρειες: πουκάμισο, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ, κάλτσες, παπούτσια ― περίπου με αυτή τη σειρά.

Ας δούμε την προστιθέμενη αξία του πουκάμισου, του σπουδαιότερου ανδρικού ρούχου μαζί με το κοστούμι. Το σακάκι καλύπτει ολοκληρο τον κορμό, αφήνει ελεύθερο μόνο ένα αντίστροφο τρίγωνο στον θώρακα, και τρεις λωρίδες: μία σε κάθε μανίκι και μία πάνω από τον γιακά στον αυχένα. Αυτά ακριβώς είναι τα πεδία όπου εκδηλώνεται η αξία του πουκάμισου, με τα δύο πιο χαρακτηριστικά του στοιχεία: τις μανσέτες και το κολάρο. Το σχήμα τους, η κατασκευή τους, δίνουν τον τόνο στο κοστούμι, σπάνε την ομοιοχρωμία, κοντράροντας ή συμπληρώνοντας, δίνουν χαρακτήρα και ιδιαιτερότητα. Ας εστιάσουμε.

Κολάρα

Τα δημοφιλέστερα είδη κολάρου σήμερα είναι δυο-τρία: το κλασικό ίσιο με μύτες, το ανοιχτό Ρεξ ή Windsor, και το button down το κουμπωτό. Αλλες εκδοχές λιγότερο δημοφιλείς στην Ευρώπη ή με πολύ περιορισμένη εφαρμογή είναι το κολλάρο με στρογγυλεμένες μύτες, το κολλάρο με παραμάνα (οι δύο γιακάδες ενώνονται με παραμάνα), το κολλάρο με αντεστραμμένες μύτες (για επίσημο φράκο).

Ο ίσιος μυτάτος είναι μακράν ο δημοφιλεστέρος, και δικαίως. Ταιριάζει στους περισσότερους σωματότυπους και υποδέχεται άνετα τις γραβάτες με οποιονδήποτε κόμπο πλην του ογκώδους Windsor. Το μήκος του κυμαίνεται από 6 έως 8 εκ., αναλόγως του μεγέθους και σχήματος προσώπου του φέροντος. Ταιριάζει σχεδόν σε όλους, πλην ίσως των πολύ στενόμακρων προσώπων και των λαιμών καμηλοπάρδαλης.

Για τον ογκώδη κόμπο Windsor κατάλληλο είναι φυσικά το ομώνυμο κολάρο Windsor (ή Ρεξ)· οι γιακάδες αφίστανται σχηματίζοντας αμβλεία γωνία. Αυτό το κολάρο έχει βρετανική προέλευση, ως εικός· μάλιστα λέγεται ότι το προτιμούσε ο δούκας του Windsor για να βολέψει τον φαρδύ διπλό κόμπο Windsor που είχε επινοήσει. Τέλος πάντων, σήμερα είναι δημοφιλής και στην Ιταλία και αλλαχού. Δεν ταιριάζει σε πρόσωπα φαρδιά και λαιμούς κοντούς.

Το δημοφιλέστερο κολάρο για φόρεμα χωρίς γραβάτα είναι το button down. Είναι σαν το ίσιο μυτάτο, αλλά χωρίς ενίσχυση εσωτερικά (φορτσέτα) , χωρίς μπανέλες (εσωτερικές ή εξωτερικές) και κουμπώνει πάνω στο πουκάμισο. Ο σπορ, χαλαρός χαρακτήρας του, η ελαφριά κατασκευή και το ελαφρό ρολάρισμά του δεν ευνοούν ιδιαίτερα τη γραβάτα· απαιτεί λεπτές, μαλακές γραβάτες και λεπτό κόμπο. Καλύτερα να αποφεύγεται με σοβαρά ή σταυρωτά κοστούμια ― εκτός κι αν είσθε δανδής της κλάσεως ενός Τζάνι Ανιέλι ή ενός Λουτσιάνο Μπαρμπέρα. Από τα καλύτερα button down που κυκλοφορούν έτοιμα είναι του οίκου Brooks Brothers, και τα ονομάζει Polo.

Μανσέτες

Εκεί που τελειώνει το σακάκι, στην άκρη του χεριού, ξεπροβάλλει το πουκάμισο, με τη μανσέτα του. Εξυπακούεται ότι το μανίκι του σακακιού δεν σκεπάζει όλο τον καρπό· αφήνει τουλάχιστον ένα εκατοστό, έως και δύο, για τη μανσέτα του πουκάμισου. Η οποία μανσέτα έχει κι αυτή ποικιλίες.

Τα δύο βασικά είδη: μανσέτα απλή με κουμπί· μανσέτα διπλή γυριστή, με μανικετόκουμπο. Απλή κουμπωτή φέρουν σχεδόν όλα τα πουκάμισα πια· η διπλή γυριστή πάντως έχει επιστρέψει δυναμικά και φοριέται με σοβαρό κοστούμι, κι όχι μόνο από δανδήδες. Το χαρακτηριστικό της διπλής μανσέτας, εκτός από τον όγκο και τη μεγαλοπρέπεια, είναι το μανικετόκουμπο: ένα κόσμημα, από τα ελάχιστα που επιτρέπεται να φοράει ένας αρρενωπός τζέντλεμαν. Προτιμούνται τα διακριτικά χρυσά ή ασημένια, διπλής όψεως, με ενωτική αλυσιδίτσα, αλλά δεν αποκλείονται και τα πιο φανταχτερά, εφόσον ταιριάζουν σε υφή υλικού και χρώμα με άλλα εξαρτήματα (γραβάτα, πουκάμισιο, ρολόι).

Οι μανσέτες με κουμπί έχουν υποείδη ανάλογα με το κούμπωμα και το σχήμα της γωνίας. Με ένα κουμπί (πιο ευκολοφόρετες), ή με δύο κουμπιά (κρατάνε καλύτερα τη φόρμα). Με στρογγυλεμένο, σβηστό πάρσιμο της γωνίας ή με φάλτσο πάρσιμο ή χωρίς καθόλου πάρσιμο της γωνίας. Στη διπλή γυριστή μανσέτα επικρατούν οι άπαρτες γωνίες και οι στρογγυλεμένες (κομψότερες).

Non plus ultra

  • Το κολάρο καδράρει το πρόσωπο. Ο μακρυμούρης αποφεύγει τους μακρόστενους γιακάδες. Ο στρογγυλοπρόσωπος αποφεύγει τους φαρδείς ανοιχτούς, έναν θρασύ Ρεξ λόγου χάριν. Ο ογκώδης εξορίζει τα μινιόν γιακαδάκια. Ο λεπτοφυής βραχύσωμος μισεί τους γιακαδάρες.
  • Μήκος του μανικιού. Το πουκάμισο δεν πρέπει να κρέμεται, να σκεπάζει όλο τον καρπό μέχρι την παλάμη. Ούτε κοντό, να αφήνει ακάλυπτο τον οστείνο «κόμπο» του καρπού.
  • Φάρδος κολάρου. Ούτε να πλέι ούτε να πνίγει. Να χωράει ένα δάχτυλο ανάμεσα στο κολάρο και το λαιμό.
  • Mονόγραμμα. Οχι στη μανσέτα, είναι too much. Καλύτερη θέση: αριστερά χαμηλά, περίπου 10-13 εκ. από τη μέση του φέροντος, κεντραρισμένο στο αριστερό ημιμόριο.