Από τη μία πανοπλία, στην άλλη

Μες στον ζόφο της κρίσης και της ανασφάλειας, ετοιμαζόσουν να βγεις στον πόλεμο το πρωί, ακούγοντας ανακοινωθέντα τρόμου από το ράδιο. Πώς να αντιμετωπίσεις άλλη μια μέρα μεσα σ’ αυτή τη σκληρή πραγματικότητα; Το ζεστό ντους και το ξύρισμα βοηθούν πάντα, άρα ξεκινούσες έτσι. Και κατόπιν, διάλεγες την πανοπλία του urban warrior για να βγεις στα παγωμένα πεδία των μαχών.

Η ασφαλέστερη, και πιο αγαπημένη, πανοπλία είναι ένα φανελένιο κοστούμι, γκρι, μπλε, καστανό, μονόχρωμο, ριγέ, πρενς ντε γκαλ, γουατέβερ… Η επιτομή του αρρενωπού ντυσίματος στην πόλη, και η κορύφωση της θαλπωρής. Μια-δυο πινελιές μεταξιού πάνω στο χνουδωτό μαλλί, γραβάτα, μαντιλάκι ποσέτ· παπούτσια καστόρινα κατά προτίμησιν, εφόσον δεν βρέχει, κι ύστερα το μαλακό ζεστό παλτό να αγκαλιάσει το όλον, ένα Chesterfield κλασικό και ήσυχο, ή ένα σταυροκούμπωτο με επιβλητικούς μυτάτους γιακάδες, πιο βαρύ. Βαμβάκι, μαλλί merino, μετάξι τυλίγουν το σώμα. Και ολίγο κασμίρ: ως πρόσμιξη μέσα στα υφάσματα, και 100% στο κασκόλ οπωσσδήποτε. Κι αν βρέχει, καμπαρντίνα.

Δοκιμασμένη στολή, σίγουρη πανοπλία, αποτροπαϊκή, ικανή να προστατέψει και να αποτρέψει τα κακά, να δώσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Kάπως έτσι, με εκδορές και απώλειες, πάντως ακέραιοι, περάσαμε τον ακάνθινο χειμώνα 2011-12.

Τώρα όμως μπήκε άνοιξη. Και οι δυσχέρειες συνεχίζονται. Πώς τις αντιμετωπίζουμε ενδυματολογικά; Συνοψίζουμε. Ασφαλώς οι πολυαγαπημένες φανέλες, τα παλτά και τα κασμιρένια κασκόλ ανεβαίνουν στις πάνω ντουλάπες ― εννοείται, καλοβουρτσισμένα, σιδερωμένα και με μπόλικη καμφορά-ναφθαλίνη. Κατεβαίνουν τα ντεμί σεζόν, ελαφρά worsted, fresco, ψάθες, σύμμικτα μάλλινα με μετάξι ή λινό, ρούχα ταιριαστά για θερμοκρασίες 12-25 βαθμών Κελσίου, αλλά και ικανά να πέφτουν στρωτά, χυτά, να κρατάνε τη φόρμα τους. Το λεγόμενο ντεμί σεζόν είναι ίσως το δημοφιλέστερο και πιο χρήσιμο ρούχο (δηλαδή, κοστούμι) στο υπέροχο μεσογειακό κλίμα της υπέροχης μεσογειακής μας χώρας. Φοριέται Σεμπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, δηλαδή καλύπτει άνετα τον μισό χρόνο. Αν μάλιστα κινείσθε πολύ σε κλειστούς κλιματιζόμενους χώρους, φοράτε τα ντεμί σεζόν και δέκα μήνες, εκτός Ιουλίου-Αυγούστου. (Αλλά χάνετε τη θαλπωρή και το απαράμιλλο στυλ της φανέλας…)

Την άνοιξη η έμφαση δίδεται στα χρώματα· το απαιτεί το φως της εποχής, αλλά και η ανθισμένη φύση. Γαλάζιο, από σιελ βαπτιστικό έως μεσαίο μπλε· πράσινο, από βεραμάν και τσαγαλί, έως ζωηρό σμαραγδί· ροζ, προς το ροδί, όχι βαπτιστικό· βερυκοκκί και ροδακινί, και τα λοιπά. Τόνοι παστέλ γενικά, αλλά όχι ψόφια χρώματα ούτε πλακάτα, ζωηρά αλλά όχι εκτυφλωτικά: το μεσογειακό φως δεν συγχωρεί.

Πού βάζουμε το χρώμα; Στο πουκάμισο καταρχάς, ιδίως αν το φοράμε χωρίς γραβάτα, και εφόσον περιέχει ρίγες ή καρρώ. Στη γραβάτα επίσης: την άνοιξη η γραβάτα μπορεί να ξεφύγει από τη σιγουράτζα του σιδηρού κανόνα «γραβάτα διακριτική, μονόχρωμη, σκούρα». Στο μαντιλάκι ποσέτ οπωσδήποτε. Στις κάλτσες. Στο πόλο ή ζιλέ από βαμβάκι, οπωσδήποτε. Τέλος, στο ίδιο το κοστούμι ή το σακάκι: τώρα είναι ο καιρός για πράσινο κοστούμι, για θερμό μίγμα χρωμάτων στο πρενς ντε γκαλ, για κρεμ-μπεζ κ.ο.κ.

Ζητάει και η άνοιξη τις στολές της: ελαφρές και ζωηρές, για πελταστές και ταχείς ιππείς.

Advertisements

De coloribus

«Σε φωτίζει… Σε σκοτώνει… Σε κλείνει…» Σαν ν’ ακούμε τις συζύγους και συντρόφους τις μαρτυρικές στιγμές που δοκιμάζουμε ρούχα και αυτές διαλέγουν το χρώμα. Δυστυχώς, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, άνδρες σήμερα όχι μόνο δεν  τολμούν να διαλέξουν τα χρώματα που τους ταιριάζουν, αλλά συχνά δεν τολμούν ούτε τα ρούχα τους να διαλέξουν… Ελλειψη αυτοπεποίθησης; Ελλειψη γούστου και παιδείας; Αγοραφοβία; Αχρωματοψία; Ολα αυτά.

Τα πράγματα όμως είναι απλά. Εχουμε κατά νου μερικές θεμελιώδεις αρχές, απλούστατες: Το πιο διακεκριμένο μέρος του σώματος που είναι ορατό και αναγνωρίσιμο, όταν είμαστε ντυμένοι, είναι το πρόσωπο: αυτό μένει ακάλυπτο. Αρα, διαλέγουμε το ντύσιμο αναλόγως με τα χρώματα και την τονικότητα του προσώπου: στόχος μας είναι να φωτισθεί το πρόσωπο, τα μάτια, τα χαρακτηριστικά, και όχι να τα κρύψουμε ή να τα θάψουμε.

Τούτων δοθέντων, τα πρόσωπα, σε αδρές γραμμές, διακρίνονται σε πρόσωπα με έντονο κοντράστ, όπου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών βρίσκονται σε έντονη αντίθεση με το χρώμα της επιδερμίδας, και σε πρόσωπα χαμηλής τονικότητας, όπου τα μαλλιά ή και τα μάτια δεν αφίστανται σημαντικά από το χρώμα της επιδερμίδας.

Στην πρώτη περίπτωση ανήκει λ.χ. ένα πρόσωπο με λευκό φωτεινό δέρμα και μαύρα ή σκουροκάστανα μαλλιά, έντονα φρύδια, σκούρα μάτια (δηλαδή, ένα συνηθισμένο μεσογειακό πρόσωπο). Εδώ, το ντύσιμο μπορεί να είναι έντονο και κοντράστο, τέτοιο που να αναδεικνύει το έντονο πρόσωπο του άνδρα. Ενα τέτοιο πρόσωπο σηκώνει ωστόσο και ένα ντύσιμο τονάλ, αρκεί ένα στοιχείο, π.χ. η γραβάτα, να είναι έντονο, ώστε να οδηγεί το βλέμμα προς το πρόσωπο, και όχι το βλέμμα να βουλιάζει μες στο ντύσιμο.

Στη δεύτερη περίπτωση, του τονάλ, κάπως «ξεθωριασμένου» και φλάτ προσώπου, το ντύσιμο επιλέγεται αναλόγως τονάλ, χωρίς έντονες αντιθέσεις, έτσι ώστε να μη θάβεται το πρόσωπο από μια έντονη γραβάτα ή να μην καδράρεται αποπνικτικά από ένα μπλε-μαύρο κοστούμι. Εδώ τα ρούχα και τα αξεσουάρ μοντάρονται έτσι ώστε να οδηγούν το βλέμμα αβίαστα προς το πρόσωπο του άνδρα, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα στοιχεία του: λ.χ. ένα βαθυγάλαζο πουκάμισιο κολακεύει τον γαλαζομάτη, ένα γκρι κοστούμι ταιριάζει σε έναν γκριζομάλλη, τα θερμά καφέ σακάκια μαζί με γαλάζια πουκάμισα ταιριάζουν στον ξανθοκάστανο, μια κόκκινη ή σμαραγδί γραβάτα για τον κοκκινομάλλη ή τον πρασινομάτη κ.ο.κ.

Τα μέσα για να φτάσουμε στο επιθυμό χρωματικό αποτέλεσμα είναι πολλά. Δοκιμάζουμε το ύφασμα του κοστουμιού ή το έτοιμο κοστούμι, για να δούμε πώς φωτίζει το πρόσωπο. Συνταιριάζουμε πουκάμισο: το κλασικό λευκό δεν πάει σε όλα τα πρόσωπα, τα ποικίλα γαλάζια έχουν πολύ περισσότερες εφαρμογές. Μη λησμονήσετε επίσης το ροζ, το κρεμ-ιβουάρ, το μενεξελί-λεβάντα, από μονόχρωμα. Και τα απειράριθμα ριγέ και καρρώ πουκάμισα, με μια πρόνοια διαρκώς: να μην είναι υπερβολικά έντονα και πολύπλοκα, διότι αφενός αποσπούν την προσοχή από το πρόσωπο του φέροντος, αφετέρου, δυσκολεύουν τους περαιτέρω συνδυασμούς με τη γραβάτα και το κοστούμι.

Η γραβάτα είναι κομβικό εξάρτημα: μπορεί να απογειώσει ένα ντύσιμο και να αναδείξει το ρπόσωπο, ή να τραβήξει εγωιστικά όλη την προσοχή και να θάψει τον κακόγουστο φέροντα. Προσοχή, λοιπόν: τη διαλέγουμε όχι επειδή «μας αρέσει» σκέτη, έτσι όπως την είδαμε στο σταντ ή πάνω στο πουκάμισο, αλλά επειδή τη βάλαμε πλάι στα μάτια μας, στο πρόσωπό μας· σκοπός της είναι να μας υπηρετήσει.

Τέλος, δοκιμάστε κοστούμια έξω από τα συνήθη μονόχρωμα γκρι και μπλε: καφέ, πράσινα, ανάμικτα, καρρώ, πρενς ντε γκαλ, πικ-α-πικ, ‘αλατοπίπερο’.

Προσοχή στο μαύρο!

Το μαύρο είναι υπέρκομψο αλλά δεν είναι για όλες τις ώρες. Στο φως της μέρας, ιδίως μιας ηλιόλουστης, το μαύρο σκοτώνει! Δείχνει τον φέροντα απέραντα χλωμό, σαν πτώμα… Αντιθέτως, τη νύχτα το δραματικό κοντράστ μειώνεται και το μαύρο ξεδιπλώνει τις αρετές του. Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και για το σκούρο μπλε νυκτός.

Και ποτέ, μα ποτέ, μαύρη κάλτσα χωρίς μαύρο κοστούμι! Ποτέ. Η κάλτσα πρέπει να ενώνει αρμονικά το παντελόνι με το παπούτσι, όχι να τα χωρίζει «κόβοντας» το πόδι.

Αρμονία

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ανοίγεις την νουλάπα, τα συρτάρια: Ποιο πουκάμισο με αυτό το κοστούμι;  Ποιο παντελόνι με αυτό το σακκάκι; Ποια γραβάτα με αυτό πουκάμισο κι αυτό το κοστούμι; Να μη βάλω γραβάτα; Τι παπούτσια; Τι κάλτσες; Ζώνη; Μαντιλάκι; Το ρολόι δείχνει ότι ήδη θα έπρεπε να είχες ντυθεί… (Α, και τι ρολόι με αυτό το ντύσιμο;) Τέτοια ερωτήματα αντιμετωπίζει σχεδόν καθημερινά ο άνθρωπος της πόλης. Ανώδυνα ερωτήματα, μάλλον ευχάριστα και παιγνιώδη, πάντως ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Εχουμε πει πολλές φορές ότι υπέρτατος κριτής και νομοθέτης είναι ο ντυνόμενος· το γούστο του και το ένστικτό του. Το στυλ είναι υπόθεση απολύτως και μόνο προσωπική, όλα τα υπόλοιπα είναι συρμός, μόδα, τυραννία και kitsch· πάντως στυλ δεν είναι.

Είναι χρήσιμο ωστόσο να έχουμε κάποιους άξονες, μερικές γραμμές, σε ό,τι αφορά το ταίριασμα χρωμάτων, υφών, μοτίβων, σχεδίων.

Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η υφή (του υφάσματος, του δέρματος) μπορεί να αποβεί πιο αποφασιστικός παράγων από το χρώμα κατά την επιδίωξη της αρμονίας.  Ας πούμε, σ’ ένα «χνουδωτό» θερμό φανελένιο κοστούμι γκρίζου χρώματος το κυρίαρχο στοιχείο είναι η μαλακή, χνουδωτή υφή, και δευτερευόντως το γκρι χρώμα. Η φανέλα ζητάει την παραπλήρωση του λείου μεταξιού (στη γραβάτα, στο μαντιλάκι ποσέτ) αλλά και τη συμπλήρωση του καστόρινου παπουτσιού, το οποίο καστόρινο βεβαίως θα είναι καφέ-καστανό, δηλαδή θερμό, ώστε να κοντράρει με τη σειρά του το ψυχρό γκρι:  τραχύ-τραχύ, θερμό-ψυχρό. Αναλόγως, η μεταξωτή γραβάτα ας μην είναι κόκκινη, αλλά μπλε: ψυχρό σε ψυχρό, λείο σε τραχύ.

Το ίδιο ισχύει και για τα μοτίβα: το καρώ δεν πάει γενικά με καρώ, αλλά το μεγάλο, αραιό καρώ (windowpane) ή το θεϊκό πρενς-ντε-γκαλ του σακακιού, μπορεί να ταιριάξει με το διακριτικό πτι-καρώ του πουκαμίσου. Ηγουν: μεγάλο-μικρό. Αναλόγως και στη ρίγα: ένα έντονο πιν-στράιπ (pinstripe) κοστούμι μπορεί να σηκώσει ένα λεπτόριγο πουκάμισο, αλλά όχι επιπλέον και ριγέ γραβάτα, αυτή θα είναι συμπαγής χρωματικά: μεγάλο μοτίβο-μικρό μοτίβο-μη μοτίβο.

Η γενική γραμμή είναι: όχι απόλυτο, προφανές ταίριασμα, αλλά συμπλήρωση ή παραπλήρωση, έως το όριο της σύγκρουσης. Επιδίωξη: η απλότης, το μη απόλυτο ταίριασμα, η αρμονία.

Ας πούμε, δεν φοράμε ποτέ, μα ποτέ, ασορτί γραβάτα-μαντιλάκι. Ποτέ. Η γραβάτα και το μαντιλάκι πρέπει να βρίσκονται σε ερωτική διαμάχη, σε έντονο φλερτ: το ένα να κοιτάζει βαθιά το άλλο και να το απολαμβάνουν και τα δύο. Να σμίγουν και να συγκρούονται.

Τέλος: Μην είσθε τέλειοι. Αφήστε μια λεπτομέρεια αφρόντιστη, ευφυώς ατημέλητη, λεπτομέρεια ανθρώπινη, τυχαία, που δείχνει ότι νύνεστε για την απόλαυση, όχι από υποχρέωση. Να είσθε decontractée, χαλαροί, κουλ. Ομνύετε στην sprezzatura.

φωτογραφίες: Matt, tweed in the city